Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Πάνω στην ανεμόσκαλα



Γνωριμία με τον Χάντσον Ρίβερ

Κατέβαζε πάγους και παγάκια
ο Χάντσον Ρίβερ*, ενώ σκαφάκια,             *The Hudson River           
μηχανοκίνητα και ιστιοφόρα,
περνούσαν δίπλα μας,
                       [όλη την ώρα.

Οι "ματσωμένοι" Αμερικάνοι

είχανε βγει όλοι σεργιάνι,
με κότερα και με ακάτους
κι εμείς... 
       δεν είχαμε "αποπάτους".

Άχρηστες  οι αποχετεύσεις
πώς να πλυθείς,
                [και πώς να ////ς 
που λόγω πάγου...
        [φρακάρανε τα μπούνια.*              *τρύπα που φεύγουν τα νερά,   

Είχαμε κι έναν "μανιαμούνια"*                            *καρμίρης, 
καπτάνιο* που τσιγκουνευόταν,                          *καπετάνιο
και βυτιοφόρο δεν θαρχόταν...
ενώ σε λίγο το νερό σωνόταν.

Αρχίσαμε είπα τα παλιά
μ' αυτό τον παλιοκερατά,
με τη γνωστή του τσιγουνιά
ψείρες θα βγάλουμε παιδιά,
πούμαστε άπλυτοι καιρό,
και τότε ακόμη,
                [πουχαμε νερό...

Για να πλυθώ καμιά φορά                     
πρέπει να φεύγουν τα νερά,
και θάπρεπε να ξεβουλώσω
το μπούνι...
            [αφού το ξεπαγώσω..



'Τον κακό του''.... λοιπόν λέω, ''καιρό'',
και ανόητη απόφαση,
       [παίρνω στο επόμενο λεπτό..,


Την ανεμόσκαλα με μία αρπάζω,
στη μπάντα* με τσαμπουκά,                            *η πλευρά του πλοίου  
                            [την κατεβάζω,                                    
και την καλουμάρω*                                          *κατεβάζω σιγά σιγά     
                   [έως την "τρύπα"..                           

Απέξω απ' το καράβι βγήκα,
και σφίγγοντας και τη σωλήνα,
κατέβαινα 'κει βήμα βήμα...

      Τα χέρια μου έχουν κοκαλιάσει, 
           ήτανε άγρια η φάση,
           μα... την σωλήνα έχω εστιάσει,
           "την επιχείρηση αρχινάω"...
           και το ζεστό νερό αμολάω.

           Ήτανε μια παγοκολώνα,
           μάταια έδινα,
                [να ξεβρωμίσουμε αγώνα,
           άντε και άντε λίγο ακόμα,
           κι έτσι σε λίγο ήμουνα πτώμα
           από την κούραση,
                               [γιατί βρισκόμουν
           στην ανεμόσκαλα... 
                                [και εβαστιόμουν
           με τόνα χέρι μου ξυλιασμένο
           αδύναμο και μουδιασμένο.


Τότε κατάλαβα πως δεν αντέχω,
και πως στη θάλασσα θα πέσω...

Κοιτάζω κάτω......
                        απελπισία,
παγάκι θα γίνω, με τη μία !!

Κοιτάζω έντρομος και πάνω...

Βλέπω τον Κάρλος,
                  [τον Ονδουριάνο,
τον ναύτη,
      [που ανοιγόκλεινε το νερό,
να χαζεύει τις γκόμενες,
             [σε κότερο περαστικό..

Αγκιούδα (Ayuda) βοήθεια,
                   [φωνάζω με πανικό,
ντερσπερτάρ (despertar),
                        [ξύπνα "μαλ@@@",
(διεθνής η λέξη, δεν κάνω πλάκα)...

Εσπέρα (espera) περίμενε
         [φωνάζει πανικόβλητος και αυτός,
ακούν τις φωνές,
                [πλακώσαν όλοι, ένας χαμός..


Άτα λα κουέρδα εν του θιντούρα 
(ata la cuerda en tu cintura)
δέσε το σκοινί στη μέση σου,
     (μου φώναξαν να με τραβήξουν,
και με κορόιδευαν ψιθυριστά,
        [στα Ισπανικά να μη με θίξουν....

Αυτό το τελευταίο,
                    [το έμαθα μέρες πολλές μετά,
απ' τον Αλφόνσο,
        [τον Κολομβιανό από την Μπογκοτά,
που όχι μόνο τους κατάκλεβε,
               [στο μπαρμπούτι και στα χαρτιά,
μα και που τους ρουφιάνευε,
                 [όλους τους Λατίνους κανονικά....


______________________________________

Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος", βιωματικό έμμετρο έργο
του Οδυσσέα Ηβιλάγια No 13/ e-mail: pmataragas@yahoo.com /
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga






  σπασμένος κάβος  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου