Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Χωρίς Μπογιά να Μπει Καμία




           Πάμε για Παλιοσίδερα

Από Περού πάω Γιοκοχάμα..
όπου θ'αρχίσει και το δράμα
στο μπάρκο που 
                      σας γράφω σήμερα....

Το πάν' για παλιοσίδερα..

Πριν πήραμε ρεπόρτο

να πλεύσουμε σε πόρτο
κοντά στην Ελευσίνα,
πούναι στα μέρη εκείνα,
το μαγαζί του παλιατζή,
σιμά στη ναυπηγοεπισκευαστική
(των καραβιών ο Δράκουλας)*              *Κομματιάζει τα πλοία

Πολλά βασίλεια τράπουλας*                    *λέσχες
είχε,   πριν μπατιρίσει
ο γέρος του κι αφήσει
χρέη στον Καραμήτση,
τον θερμαστή, πού 'ταν Κασιώτης,
κι έλεγε : "ματαιότης
ματαιοτήτων"... το ρητό,
κάθε ένα δεύτερο λεπτό,
σαν έμαθε το πλοίο αυτό
επήγαινε για διάλυση....

Και κάνω μία ανάλυση:

Έκλαιγε τούτος σα μωρό
σαν έμαθε το νέο αυτό....
Πέρασε εδώ... μισή η ζωή του,
και είχε δώσει την ψυχή του
τόσα πια χρόνια στο καράβι,
και τώρα ετούτο δω το βράδυ,
τον τύλιξε μαύρο σκοτάδι.

Δεν ήθελε ούτε να σκεφτεί

πως θ 'αποχωριστεί
την μόνη του την οικογένεια,
το πλοίο τούτο...  
                        και μ' ευγένεια
ικέτευε τον καπτα Γιάννη...
μα τι μπορούσε αυτός να κάνει?


Τους βρήκε ο πόλεμος* μαζί,   *Β΄Παγκόσμιος
το πλοίο και τον θερμαστή.
Γλύτωσαν απ' τις τορπίλες
των Γερμανών, και στις Αντίλλες
τσακίστηκαν σε κάποιο βράχο,
και μπάζανε νερά από κάτω...

Όλα αυτά μαζί κι οι ....δύο,
ο θερμαστής κι αυτό το πλοίο !

Έφτιαχνε μέχρι και μπουλμέδες.*   *Ξύλινη επένδυση στα αμπάρια

Τον ξέρανε αυτοί οι λεμέδες,
οι προϊστάμενοί του,
την προθυμία τη δική του,
με δόλο εκμεταλλευόταν.


    Ο γέρος πλέον δεν μιλιόνταν
      που τούπαιρναν την οικογένεια.

      Σαν τα άσπρα του μαλλιά και γένια

      και τούτο,  καταγερασμένο,
      σαπάκι, κατασκουριασμένο
      καράβι ταλαιπωρημένο,
      ολοσχερώς πια αφημένο
      από την εταιρία
      χωρίς μπογιά να μπει καμία !
   
      Σκουπίζοντας τα δάκρυά του,

      εκκίνησε για τη βάρδιά του,
      δώδεκα-τέσσερις το βράδυ...

      Μούλεγε ο τρίτος*, πως φωνάζει
                     *μηχανικός βάρδιας                   
      με σύμμαχο να τον σκεπάζει
      τον θόρυβο της μηχανής, 
      βρισιές... να μην ακούει κανείς                     
      που βρίζει τον καπτα Μιχάλη,
      (εφοπλιστή πρώην μπακάλη)
      που θέ' να λένε καπετάνιο
      καλά και ντε..... 
                      που μ'ένα δάνειο
      κι ενέχυρο το μαγαζί του
      πήρε το πλοίο.... 
                                κι η αρχή του
      έγινε με το σαραβαλάκι,
      και με λαμογιές λιγάκι
      χωρίς να τρώει ούτε σουβλάκι
      έκανε την εταιρία,
      έχοντας τώρα δέκα πλοία...

Ήταν και του θερμαστή λεφτά..

Έμεσα και μουλωχτά,
στο ΝΑΤ που πλήρωνε εισφορές,
έκανε ο Μάικ* τραβηχτικές,                      *ο Μιχάλης ο μπακάλης τώρα έγινε Μάικ
τα ονομαστά θαλασσοδάνεια,
και έτσι βγήκε απ' την αφάνεια
ο "Μάικ", ο μέγας και πολύς,
που τόπαιζε πια,    πολλά βαρύς,
Σουήτσερλαντ* και Σεντ Μορρίτς.*              *switzerland      *Saint-Moritz






    Τον βγάλαμε στην Μαλαισία..
      ο γέρος ήταν σ' αφασία..

      Ν' αντέξει, δεν μπόρεσε  αυτός,

      πως θάν' στο κόσμο μοναχός,
      χωρίς το “Πίμπροχ” το καράβι,
      μα ποιός να τον εκαταλάβει,
      αυτόν και κάθε ναυτικό,
      που μείγμα "σίδερο - μπετό"
      γίνεται αυτός κι οι λαμαρίνες
      πουν' κολλητοί... 
                            βδομάδες, μήνες !



Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". αυτοβιογραφικό έμμετρο έργο 
του Οδυσσέα Ηβιλάγια  No 107 /  e-mail: od.heavilayias@yahoo.com / 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga


Spasmenos kavos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου