Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Βομβάη Λεγότανε το Πόρτο





    Ινδίες, χίλια-ενιακοσα-ξήντα,
      με το γκαζάδικο το "Φρίντα"
      δένουμε τα σκοινιά στην μπίντα,
      και πάμε εξόδου....
      ... κάπου πεντέξη.

Λίγο μετά τα δεκαέξη
πρωτόμπαρκος και με χαρά,
σε ξένη γη πρώτη φορά....

Βομβάη λεγότανε το πόρτο....

Μετά απ' της δουλειάς τον φόρτο,
γραμμή για να ευθυμήσουμε
αλλά θα την πατήσουμε !

Ζητιάνοι μάτσο..
γέροι.. μαρίδα,
μια φτώχεια που δεν ξαναείδα..



Μέσα στης πόλης την αντάρα,
πολλοί μας ζήταγαν τσιγάρα,
που σαν την άδικη κατάρα,
κάναμε γύρα γειτονιές,
πολυπληθείς, πολύ φτωχές..

Παράγκες, κάργα μυρωδιές,
φράιντ-ράις* στο σουκ,* και ψησταριές.

                                  [*τηγανισμένο ρύζι  *αγορά
   
Στη διπλανή μάντρα πετιέται..


δηλώνοντας πως κατουριέται,
ο Γιάννης και αναρωτιέται
γυρνώντας...
            [γιατί η γριά τον καταριέται.

''Γι αυτό'', του λέν' όλοι ''ρε μοίχο''
δείχνοντας τον βρεμμένο τοίχο.
Πώς να στα πω όλα σε στίχο ; !

Όταν αρχίζει να νυχτώνει,
η μοτοκίνηση αραιώνει,
κι οριστικά τελειώνει,
όταν πια πέφτει το σκοτάδι..

Ανθρώπους βλέπω... ένα κοπάδι !
μια θέση ψάχνουν για το βράδυ,
με τυλιγμένα τα στρωσίδια τόπι
όπου θα στρώσουνε κατόπι
στην άσφαλτο, να παν' για ύπνο.
Να ονειρεύομαι εγώ δείχνω..
Ακολουθούνε κι άλλοι..... κι άλλοι,
η λεωφόρος πούν' μεγάλη
γεμίζει ανθρώπινες ψυχές
και δυστυχώς είναι αληθές..

Παραμυθά ίσως με λέτε,
μ' αυτό που είδα δεν ξεχνιέται,
φτώχια πολύ και δυστυχία..
Κάτι χειρότερο απ' τα πλοία
σκέφτηκα.... και συλλογιέμαι
''έχω κρεββάτι... κι ας κουνιέμαι !''

Μετά χωρίς να πολυθέλω,
μαζί με πήραν σε μπουρδέλο,
από τον δήμο αριθμημένο
και καταγεγραμμένο,
το θρί-νάιν-τού,* πούχε ευρωπαίες,
       *392
κι ομολογώ ήταν ωραίες...

Δεν είμαστε λέγαν όποιες κι όποιες,
αν θέτε φτηνά να βρήτε ντόπιες,
'μείς παίρνουμε χίλιες ρουπίες
κι έξτρα... για βρόμικες θωπείες,
κι ότι δεν επιτρέπεται
κάνουμε για να βλέπετε,

μόνες και μεταξύ μας...

Ανοίξανε την όρεξή μας
και φύγαν όλες οι σκοτούρες...

Τους λέει ο Κασιώτης, ''ρε χαμούρες,
χίλιες ρουπίες ? πάτε καλά ?
το κόβω, το δίνω στα σκυλιά
να φάν' ...δεν δίνω εγώ τόσα πολλά !''

Του απαντούν κοροϊδευτικά,
δεν θα τη θέλουν είν' μια σταλιά,
σιγά μην φάν' αυτή την μπάμια !!

Από τα γέλια τρίξαν τζάμια...


    Είχαμε αρκετά λεφτά,
        ρουπίες να δεις... με την ουρά,
        από τσιγάρα κοντραμπάντο*.                           
*λαθρεμπόριο

Και μουσική με τρίο Μπελκάντο
είχανε στο μαγαζί οι ωραίες,
κι ήρθαν και άλλες δυό παρέες
από το πλοίο το Ρο-Ρο,*
                                        *Φέρρυ
πούταν κι αυτό Ελληνικό.

Μπήκαν και δαύτοι στο χορό,
θάλεγα των καταραμένων,
απ' τα φιλιά όλων πνιγμένων,
τ' αγοραστά, μετά παζάρι,
για τελικά πόσα θα πάρει,
κάποια απ' τις πρόθυμες κυρίες
μόνο γι απλό, ή υπερωρίες...

Για αγρίους λέμε ιστορίες...



 


(Κάνω παρένθεση εδώ
για όσους δεν ξέρουν να το πω,

σ' όποιο λιμάνι κι αν βρεθείς

σ' όποια γωνιά επί της γης

Ελληνικό πλοίο θα δεις)




    Έτσι ξεκίνησα καριέρα
         μ' αυτές τις πόρνες εκεί πέρα,
         σε κάθε πόρτου* καταγώγια
                            *λιμανιού
         ισόγεια, ανώγεια ή κατώγεια.

'Δω που τα λέμε είναι φρίκη,
του ναυτικού μιά καταδίκη,
να παίρνει αγάπη ιμιτασιόν.....

Το χρώμα του κομπινεζόν,
ίσως να είν' ότι θυμάται,
για κάποια ''αγάπη'', ενώ καυχάται
στους στεργιανούς για κατακτήσεις !


     Σαν ναυτικός θέλεις να χτίσεις
         και συ ένα κάποιο παρελθόν,
         κάποιων ρομαντικών στιγμών,
         που όμως ποτέ τους δεν υπήρξαν,
         αφού οι μοίρες σου σε ρίξαν
         σε πληρωμένες αγκαλιές
         σ' όλα τα πόρτα ανοικτές.



 Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". αυτοβιογραφικό έμμετρο έργο του Οδυσσέα Ηβιλάγια No 113 / 
e-mail: od.heavilayias@yahoo.com / Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga

Spasmenos kavos            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου