Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Περίμενέ τη... θάρθει !




         Tου έρωτα τα εισιτήρια

Στη γιάρδα* επάνω ακουμπισμένο,               
*ναυπηγείο
το πλοίο μας φρεσκοβαμμένο.

Ένα τραγούδι είχε αρέσει
που απ' τα ηχεία είχε παίξει
κι έμοιαζε κάπως έτσι,
Στον βράχο του τον πιο βρεγμένο
πλοία ατενίζω....  περιμένω.

Απ' όλους μας μες στο καράβι
κανείς δεν είχε καταλάβει
πούθενε ήρθε αυτός ο δίσκος...

Ο Δεύτερος*, ο καπτά Σίσκος,                              *υποπλοίαρχος
πούβαζε τις πενιές
είχε ακούσει ως και βρισιές,
και κοροϊδίες και φωνές,
από ένανε μερακλωμένο.

Άκουσα τον καημένο,
τον άδικα βρισμένο
να λέει:  ρε συ, είναι του Ελύτη
του νομπελίστα...
                        ..και στην Κρήτη
που πιάσαμε για επισκευή,
γιατί 'χαμε μια διαρροή,
και πήγαμε σε ουζερί
μου μίλησε αναλυτικά
για του Οδυσσέα*  τη δουλειά....                             *Ελύτη


         Δεν είχα ιδέα εγώ για αυτά,
        τα λογοτεχνικά,
        τα λόγια τα ποιητικά...
        τον άκουγα εκστατικός
        καινούργιος κόσμος... 
                                ήταν αυτός.
      
         Λίγες σπουδές είχα μικρός.        
         Απόφοιτος δημοτικού
         απ' το δημόσιο Περισσού.

         Γέννημα θρέμμα του καημού         
         και με νυχάκι στου μικρού
         του δάκτυλου την άκρη,
         δούλεψα στη Νέα Μάκρη
         μαθητευόμενος λατζέρης...

         Στο χρόνο απάνω...
                              ο κουλοχέρης,
         τ' αφεντικό μου, ο κυρ Λευτέρης
         μου λέει... 
                      γουστάρεις καμαριέρης,
         (και εννοούσε καμαρώτος)
         να πας στο πλοίο πούνε Πρώτος,*                             *Μηχανικός
         ο γυναικαδελφός μου?

          Πιτσιρικάς είσαι, ρε φώς μου,
          μα αν μείνεις κι άλλο εδώ πέρα
          από τη πείνα κάποια μέρα
          θε να ψοφήσουμε κι οι δύο....
  

Συγκινημένος... τούπα αντίο,
σαν φεύγαμε απ' τον Περαία
εγώ κι η Πανωραία
η αδελφή του, που, παρέα
την είχε φέρει ως τον ντόκο
να πάει στον άντρα της το ''Πρώτο''.

Έτσι έφυγα απ' την Ελλάδα
και ξέχασα τη φασολάδα
που είχα βασική τροφή,
και η ορφάνια μου.... 
                                 κι αυτή,
εξαφανίστηκε,  γιατί,
εκεί δεν έχουνε μανάδες
ούτε βεβαίως και πατεράδες,
να σε προσέχουν μην κρυώσεις,
ξεσκέπαστος να μην ξαπλώσεις,
και ''μην κουράζεσαι χρυσό μου''..

Το μεροκάματο του τρόμου
ήτανε σύντροφός μου
και ο κακός καιρός μου.

Στη Δύση....
                    στην Ανατολή
και πάλι πίσω...   
                            πάλι εκεί..
και από βορρά σε Νότο
επέρασε γαμώτο
ολάκερη η ζωή μου...

Όσο για την ''ερωτική'' μου,
πλήρωνα πάντα...
                            του έρωτα εισιτήρια
κι έτσι καμιά μυστήρια,
αφού 'ταν όλες της δουλειάς,
δεν μούπε.... πρέπει συ να πας
να με ζητήσεις....
και το  μπαμπά μου να γνωρίσεις !

...μα ομολογώ μες στην καρδιά,
σαν του 'δυσσέα τη κοπελιά
πάνω στο βράχο να προσμένει,
δεκάδες χρόνια κάποια μένει...

Κι ας ξέρω ότι δεν υπάρχει
λέω,
          περίμενέ τη.... θάρθει !
_________________________






Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". αυτοβιογραφικό έμμετρο έργο 
του Οδυσσέα Ηβιλάγια No 119 / e-mail: pmataragas@yahoo.com / 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga

Spasmenos kavos            

3 σχόλια: