Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

διάρα τσακιστή





Το θωρηκτό "Ποτέμκιν" αγόρασε Έλληνας
κι αφού το μετέτρεψε σε τζενεραλάδικο,*
το πούλησε σ' άλλον Έλληνα εφοπλιστή,
που το μετέτρεψε και δαύτος σε γκαζάδικο.*

Όμως οι ναύτες του έμπειροι πια,
"δεν δίνουνε διάρα τσακιστή"
(όπως το τραγουδά και ο Σαββόπουλος)
για ότι έχει... αν έχει.... κερδηθεί,
για ότι πια πλέον έχει χαθεί..,

Άπαντες πνέουν τα μένεα κατά πάντων
και είναι σφόδρα δυσαρεστημένοι,
με την κάθε μωρή αλεξιπτωτίστρια,
ξεδιάντροπη και ξεκατινιασμένη..."

Αυτά σε κάθε βαποριού κουβέρτα,*
τα συζητάνε και πλακώνονται αβέρτα,
ενώ τις σκάλες της σφαγής της Οδησσού,
μήτε άκουσε, μήτε σέβεται καμιά γλωσσού...



*Τα τζενεραλάδικα (general cargo ships) είναι φορτηγά πλοία που μεταφέρουν διάφορα είδη γενικού φορτίου


*Γκαζάδικα είναι πλοία που μεταφέρουν διάφορα πετρελαιοειδή    

*Κουβέρτα στη γλώσσα των ναυτικών είναι το κατάστρωμα



___________________

Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". αυτοβιογραφικό έμμετρο έργο
του Παναγιώτη Β. Ματαράγκα / No 183 / e-mail: pmataragas@yahoo.com 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga
________________________________________

                                   

  σπασμένος κάβος






Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

στο σιδερένιο σπίτι του


1954

Τι ο ναυτικός μερόνυχτα μες στο καράβι κάνει ;
και πώς για μήνες ή χρόνους αυτός τη βγάνει
στο σιδερένιο σπίτι του, στο κουνιστό κελί του ;

Ποτέ δε γράψαν τι περνάει σ' αυτή τη φυλακή του,
και τις δουλειές που πρέπει αυτός να κάνει,
ηλεκτροματσάκονα, άλμπουρων καντιλίτσες,
σεντινομπουκαρίσματα, με στόρια αγκαλίτσες,
στα βρωμερά τα σλόπια ώρες μέσα στις γλίτσες,
αεριομαστουρώματα στων τάνκερς τα κουβούσια
τσιμενταρίσματα, τσεμπέρια, με τύχη φορές απούσα.

Τι θάλεγες αν θάπεφτε ξάφνου κατάχαμα
από το μπότζι το φαΐ σου; σε ποιόνε το ανάθεμα
θα έριχνες, για συλλογίσου, ή αν, πάλι κατάχαμα
θα έψαχνες τον ύπνο, λέγοντας... βρε πανάθεμα
την ώρα και τη στιγμή που 'χα ιδέα φαεινή
να πάω καράβια, αφήνοντας πίσω σπίτι και ζωή…

Αφού λοιπόν δεν γράψαν, πάμε μαζί να δούμε,
τι κάνουμε μες τα καράβια και πως κει μέσα ζούμε....
Έγραψα για σας τους στεριανούς σελίδες επί σελίδων
μοναξιάς καημών κινδύνων ιδρώτα πόνου ελπίδων.



Αστερίσκοι :

*Ηλεκτροματσακόνια: Το ματσακόνι είναι το κλασικό σφυράκι για το ξύσιμο της σκουριάς. Το ηλεκτροματσακόνι (συχνά αναφέρεται και ως «πολυτρίβολο» ή «βούρτσα») είναι το ηλεκτρικό εργαλείο που κάνει αυτή τη δουλειά πιο γρήγορα αλλά με εκκωφαντικό θόρυβο και τράνταγμα που σου μουδιάζει τα χέρια για ώρες.

*Άλμπουρων καντιλίτσες: Η καντιλίτσα είναι κάθισμα από σχοινί (σαν κούνια) που χρησιμοποιείται για να ανεβάσουν τον ναύτη ψηλά στα άλμπουρα ή να τον κρεμάσουν έξω από το πλοίο για βάψιμο ή επισκευές. Είναι δουλειά για γερά νεύρα και καθόλου υψοφοβία.

*Σεντινομπουκαρίσματα: Οι σεντίνες είναι το χαμηλότερο σημείο του πλοίου, εκεί που μαζεύονται όλα τα απόνερα, τα λάδια και οι βρομιές. Το «μπουκάρισμα» εκεί για καθαρισμό είναι ίσως η πιο ανθυγιεινή και στενόχωρη δουλειά στο μηχανοστάσιο.

*Με στόρια αγκαλίτσες: Τα στόρια (stores) είναι οι αποθήκες του πλοίου. Η «αγκαλίτσα» εδώ  αναφέρεται στο ατέλειωτο κουβάλημα και τη διευθέτηση εφοδίων, τροφίμων και ανταλλακτικών, μια δουλειά που απαιτεί δύναμη και υπομονή.

*Σλόπια (Slops): Πρόκειται για τα κατάλοιπα πετρελαιοειδών και τα ακάθαρτα νερά από το πλύσιμο των δεξαμενών. Το «μακροβούτι» εκεί μέσα περιγράφει την απόλυτη βρομιά και την έκθεση σε χημικά και οσμές που δεν φεύγουν εύκολα από πάνω σου.

*Τσιμεντάρισμα: Όταν η λαμαρίνα έχει γίνει τσιγαρόχαρτο και προσπαθείς να κλείσεις τρύπες με ταχύπηκτο τσιμέντο στις σεντίνες, μέσα στα λάδια.


___________________

Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". αυτοβιογραφικό έμμετρο έργο
του Παναγιώτη Β. Ματαράγκα / No 180 / e-mail: pmataragas@yahoo.com 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga
________________________________________

                                      τότε, στα μέσα του εικοστού αιώνα

  σπασμένος κάβος




Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

μάνα πήγα στα βαπόρια







Τις ζωές μας όλο ζόρια στα βαπόρια,                
που μαζί δεν κάνουμε και δεν μπορούμε χώρια,
είπα να βγάλω ο "ξέμπαρκος διαρκείας"            
στη φόρα, "μετά πάσης ειλικρινείας"                  
και να δείξω το γιατί είναι μεγάλοι οι μισθοί,      
ενίοτε δε μας χρυσοπληρώνουν να πάμε εκεί.    



Διέταξε το υπουργείο ναυτιλίας
λόγω σοβαρής κάποιας αιτίας
να πάμε τώρα στα γεράματα,
να ξαναμάθουμε εμείς γράμματα...

Σαν λέω γέροι μη φανταστείς
τίποτα απόμαχοι της ζωής,
σαράντα, κάπου κειδά,
η ηλιοθάλασσα νωρίς γερνά...

Οι χαραγμένες μας οι μούρες,
είν' απ' αυτή κι από σκοτούρες,
αν θα τη βγάλουμε τη μέρα,
τι κύμα θαχει; τι αέρα;
αν θα αντέξει η λαμαρίνα,
βούλιαξε κι άλλο μες το μήνα,
φοβίζει η νάφθα* μες στ' αμπάρι,            *εύφλεκτο πετρελαιοειδές
μιά σπίθα, και θα μας πάρει
παρέα όλους στον άλλο κόσμο,
διαβαίνουμε όντως χάλια δρόμο,
και καλύτερα μην πω για τ' άλλα,
τα στεναχωροαγύριστα τα μεγάλα...

Βουλή μας η τραπεζαρία
βοής συσκέψεις για διαμαρτυρία,
για αιτήματα δουλειάς, για απεργία
νάναι αθόρυβη; ήπια; ή με φασαρία;
μα χώρος και για χαρτοπαιξία, 
κρυφά κάνα μπαρμπουτι, πόκα και Σία
παρέα με  βρισιές και βωμολοχία,
παράδειγμα να λέει ένας παίξε ή κοιμήσου,
να τ' απαντάει ο άλλος μ.....α  κι άι γ.......

Με μύθους κι αλήθειες διηγήσεις,
που να τελειώσεις και που, ν' αρχίσεις,
σίγουρα κάποιες να είναι μύθος,
άλλες αλήθειες και άλλες ίσως.

Κείνο που είναι χαρακτηριστικό
στον κόσμο τον αλούτερο τον ναυτικό,
παρατσούκλια να βγάζουν και να μένουν,
ονόματα ξεχνάν, μα 'κείνα παραμένουν,
γελάμε στην Ακτή Μιαούλη στα καφενεία,
σαν ανταμώνουμε οι εργάτες απ' τα πλοία...

Θυμόσαστε,  πέταε ένας, τον Μασαχουσέτη;
ναι έλεγε ο άλλος, καταφεριάρης, μούρη σκέτη,
τον Σαρδέλα ;  τον Ντουλάπα ;  τον Ταπί ;
τον Παραμάσχαλα ; κι ακούγονταν άλλοι πολλοί.  

Περιεργοακαταλαβίστικη  η κοινωνία
των ναυτικών μέσα στα πλοία,
νόμοι άγραφοι, αλλιώτικοι κανόνες,
άσε το άλλο που δεν έχουνε χειμώνες,
μα μήτε ανοιξοφθηνόπωρα, καλοκαίρια,
παράδειγμα δυό μέρες με καλοριφέρια
ξεπαγιασμένοι κάπου ΗΠΑ χαμηλά,
και σ' άλλες δύο Μεξικό μες στα ζεστά,
ήτοι τούμπαλιν απ' τα ζεστά στα κρύα....

Τώρα.... ήρθε η ώρα για τ' αστεία,
όπως σας είπα πιο πάνω δηλαδή,
μας χώσανε τους γέρους σε σχολή,
σε μιά στη Τρούμπα* πήγαμε γραμμή,                          
κι αργότερα σε μιά στου Ρέντη.*

Είχαμε δάσκαλο έναν Ζησίου Λαυρέντη,
μας έδειχνε τρόπους μην εκραγούμε-
σκοτωθούμε, στο γκαζάδικο που ζούμε,
κάτι πατεντοσουπερανακαλύψεις
πως τη φωτιά θα αιχμαλωτίσεις,
θα φυλακίσεις θα εγκλωβίσεις,
χρησιμοποιώντας τη δύναμή της,
δηλαδή το βρομερό καυσαέριό της,
το χώνεις μπόλικο μέσα στ' αμπάρια,
κι άκου κάτι περίεργα χαμπάρια,
το οξυγόνο χάνεται και δεν ανάβει
ποτέ φωτιά, έτσι οι ναύτες στο καράβι
αφού απ' τα πετρελαιοειδή ουδέν ανάβει,
κοιμούνται πια ήσυχοι το βράδυ.

Σε διάλειμμα του μαθήματος που λες,
μία ημέρα ένα ανθρωπάκι συμπαθές
καθώς μιλούσαμε με τον καπτα Γιώτη
μας λέει συγνώμη και μας διακόπτει,
είμαι ο Λάκης Σίτας, με θυμόσαστε ;
απ΄τη γενειάδα πουχω μην ξεγελιόσαστε...
μαζίμασταν στο ίδιο κι οι τρεις καράβι....

Του δώσαμε να καταλάβει
πως από τότε πέρασε πολύ καιρός
και δεν τον θυμόμαστε, πως άλλαξε κι αυτός,
πλησιάζει, κοιτάζει γύρω, λέει ημιψιθυριστά,
μήπως θυμάστε το παρατσούκλι μου κειδά,
είμαι ο Κώλ@ς, μου το κολλήσαν τα παιδιά.

Συγχρόνως, του φωνάξαμε κι οι δυό,
πέστο ρε Κώλ@ε αυτό απ' την αρχή,
τί γίνεσαι ρε καλό χρυσό παιδί,
και σφιχταγκαλιαστήκαμε,
αφού στα γέλια πρώτα ξεραθήκαμε.




*Στη Τρούμπα : Δημόσια Σχολή Ραντάρ (Δ.Σ.Ρ.), δεν ήταν σε κάποιο πολυτελές κτίριο, αλλά «στριμωγμένη» μέσα στον παλμό του Πειραιά, Νοταρά 112 & Σκουζέ.

*Στου Ρέντη : ΚΕΣΕΝ (Κέντρο Επιμόρφωσης Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού)
Διεύθυνση: Φλέμινγκ 43, Άγιος Ιωάννης Ρέντης (ΤΚ 182 33) εκεί που γίνονται οι μετεκπαιδεύσεις για τα πιστοποιητικά (όπως αυτό για το Inert Gas στα γκαζάδικα, για το πώς δηλαδή να «φυλακίσεις» τη φωτιά με καυσαέρια, ήταν το πιο hot θέμα τότε στους ναυτικούς κύκλους, η διαδικασία της αδρανοποίησης (Inerting), αυτή η μαγεία της φυσικής: αφαιρείς το οξυγόνο χρησιμοποιώντας τα απόβλητα της καύσης, και ξαφνικά το μπαρούτι (η νάφθα) γίνεται «αρνάκι».
Από τη μία η υψηλή τεχνολογία του Inert Gas και από την άλλη το μπαρμπούτι και η πόκα στην τραπεζαρία. Αυτό είναι το καράβι,  ένας συνδυασμός διαστημικής τεχνολογίας και πρωτόγονης ανθρώπινης ανάγκης για παρέα και εκτόνωση.


___________________

Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". αυτοβιογραφικό έμμετρο έργο
του Παναγιώτη Β. Ματαράγκα / No 179 / e-mail: pmataragas@yahoo.com 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga
________________________________________

                                      τότε, στα μέσα του εικοστού αιώνα

  σπασμένος κάβος