Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Βιλάγια - Μπαρούμες - Μανίλες



Στη "μπίντα"  κάθομαι  σκυφτός...


   Με ετούτα και με κείνα
      σύνταξη πια στην Αθήνα.

     Δύσκολα, πολλά, τα χρόνια,

     πρόωρα ήρθαν τα "χιόνια".

     Επιτέλους, «θα ξεχάσω»

     είπα, και σκόπευα ν’αράξω…

     Το σπίτι όμως δεν με κρατούσε,
     κι ο ηλεκτρικός με βοηθούσε,
     στο άνετο για να πηγαίνω
     ξανά Πειραιά, για ν’ανασαίνω
     την αλμυρή τη θάλασσα,
     που τη ζωή μου χάλασα,
     σ' αυτήν και στα βαπόρια.

     "Μαζί μ’ αυτή δεν κάνουμε

     και δεν μπορούμε χώρια".

       _____________



Μου φεύγει η στενοχώρια

σαν βλέπω ναυπηγεία ή πλοία.

Σαν νάμαι η αντλία
που βάζει μπρος ο αντλιωρός.
Πάνω απ' τον ντόκο*  εκστατικός            *προβλήτα
βλέπω καράβια να ποδίζουν
και τσιμινιέρες να σφυρίζουν,
τις μηχανές να σταματάνε
ναύτες βιλάγια* να πετάνε....                     *λεπτό σκοινί

"κουνήσου ρε μαλάκα.... πιάνε",

να βρίζουν τον λιμενεργάτη,

που η προσπάθεια η πρώτη εχάθη..

Πάω περατζάδες τις προβλήτες,
όπως το κάνουν κι οι αλήτες
του λιμανιού,  οι λαθρεμπόροι, 
πάντα  όταν φτάνει ένα βαπόρι.

Βλέπω να ρεμετζάρει* η τρέλα.                      *διαδικασία πλεύρισης του πλοίου
ανάποδα φουλ η προπέλα...

Μετά μπαρούμες*  αμολάνε,                               *ημίχοντρα σκοινιά
πριν κι οι μανίλες* πάνε...                          *κάβοι
στις μπίντες για να καπελώσουνε
σαν ρυμουλκά θα σπρώξουνε....

"Ανάποδααααα.....ρε καπετάνιεεεε....

...τα βρήκες μπαστούνια 
                                 "ωκεάνιε"* ???                             *Στα δεσίματα υπερέχουν οι ακτοπλόοι

.....να ξεφωνίζουν απ' τις δέστρες,
ν΄ απομακρύνονται οι χέστες*                                  *φόβος μη σπάσουν
από τους τεντωμένους κάβους...

Σιψάντηδες και εργολάβους,

να πιάνουνε ουρά στη σκάλα,
κι άλλα μικρά.....   μεγάλα...
στιγμιότυπα απ' τις στιγμές
των ναυτικών, τις ταπεινές,
όπως οι ίδιες τους ζωές...


         ________________


    Στη μπίντα* κάθομαι σκυφτός                  *δέστρα των πλοίων στη προκυμαία
      και αγναντεύω ώρες…
      τις "μπούφλες" που έφαγα μικρός
      θυμάμαι... 
                       κι άλλες  μπόρες….!

Μια μέρα... 
               το Φαίδρα είδα δεμένο
που ήτανε παροπλισμένο,
και το μυαλό με ταξιδεύει,
τις μνήμες μου αναμοχλεύει...

Το είχαν πλέον πεταμένο.

Κάθομαι λίγο... ξαποσταίνω.
Θέλω να βρίσω, μα σωπαίνω...
τα πέτρινα χρόνια, που χαμένο
παιδί 'μουν..... εγκαταλειμμένο,
μου ζωντανεύουνε μπροστά μου,
και σφίγγεται ξανά η καρδιά μου.


Φαίδρα... το σκουπιδοδοχείο, 
γνωστό παντού, σε κάθε πλοίο
που τόχανε σαν "πανδοχείο",
για να γλυτώνουνε λεφτά 
του "καραβιού τ' αφεντικά"....

Σαν πρωτομπάρκαρα στο "Χρόνος"
ήτανε ο δικός του δρόμος
να "πιάσει" πόρτο Φιλαδέλφεια
και να φορτώσει για συνέχεια.
  

        Ατλαντικό 'χαμε διασχίσει,
             στο φέσι μας είχανε....  ξεσκίσει

             και τώρα αυτό θα συνεχίσει...

            Ένα δολάριο την ημέρα,

            το μεροκάματο 'κει πέρα.

            Σε άλλη ήπειρο... χαμένος,
            κι από παντού νάμ' χτυπημένος.


Είπα,  "ανάθεμα την ώρα !",
που ήταν μπροστά μου*, πάλι τώρα               *το πλοίο «Φαίδρα»
"κι ανάθεμα σε κάθε π......στη".... !
Δεν ξέρω ως που.... 
η φωνή μου ηκούσθη.

...οι πιο πολλοί θα έχουν "φύγει"...
που στην ψυχή 'ταν τόσο λίγοι

τους δε υπόλοιπους θα πνίγει,
"μια τύψη", σαν θα τους τυλίγει

"μια θάλασσα από κλάμματα",
που προξενήσαν δράματα...
.... τρώγοντας  μεροκάματα
απ' τους φτωχούς τους ναυτεργάτες....
...οι κύριοι αυτοί, με τις "γραβάτες". 

Ληστές υπήρξαν στη ζωή μου...

..μεγάλη η αγανάκτησή μου !

Απ' τον μακρύ "χειμώνα",
μία θαμπή μου μένει εικόνα
κι είν' ότι έχει απομείνει...
θαμπώνει απ' τα χρόνια η μνήμη.       

Ίσως, για λόγους πια....  αμύνης,

για αποκατάσταση....  γαλήνης,
να είναι δικαιολογημένη η "μήνις",
που βρίζω εγώ τα κύματα,
μικρούλια τώρα.... ασήμαντα,
που είναι πια καλή παρέα !
σαν βρίσκομαι στην προκυμαία.

      
        Οι εφιάλτες όμως δεν τελειώνουν
              παλιές τρομάρες με ιδρώνουν,
              με τυραννάνε... με στοιχειώνουν
              συχνά τα βράδια που κοιμάμαι,
              και μες στον ύπνο μου... φοβάμαι,
              μα σαν ξυπνήσω, πάλι νάμαι
              με τα βρομόνερα παρέα
              του λιμανιού...  αχ, του Περαία
              που ήτανε το "όνειρό μας",
              το διάλειμμα στο βάσανό μας
              όταν επαίρναμε ρεπόρτο
              πως ήταν της φόρτωσης το πόρτο.





Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος", βιωματικό έμμετρο έργο του Οδυσσέα Ηβιλάγια 
σελίδες 403 -67 -404 / e-mail:od.heavilayias@yahoo.com / 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga 


spasmenos kavos    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου