Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Ο Εριγών και ο Γκερόν


"Δεν διάβηκα τις Πύλες
του Ηρακλή τις στήλες.
Δεν πέρασα απ' το Γιβραλτάρ,
με τη πυξίδα και ραντάρ
απ' Ατλαντικό, για Μεσόγειο θάλασσα.
(που πήγα αφού τα χάλασα
με την Ναντίν την καλλιτέχνη
που σ' άλλον τώρα αυτή, τη πέφτει...)


Σκέφτηκα...  
           αν έχω ένα καΐκι
όλη η Ευρώπη μου ανήκει,
καθώς, όλα συγκοινωνούνε
τα κράτη, και όλοι το μπορούνε,
εύκολα να μετακινηθούνε, 
μέσα απ’ τ’αμέτρητα ποτάμια,
με τα χιλιάδες τους πλοκάμια
παραποτάμους, και κανάλια
με τα νερά τους πουν' νηφάλια.
Άρτι αφιχθέντες,  
                        από  Μασσαλία
σε νέο πόρτο στη Γαλλία,
στο Μπορντώ συγκεκριμένα…

Χωρίς σχέδιο κανένα
μέσω του πουταμού Γκερόν,*                                                      *Garonne
Γάλλων ψάχνω, το παρελθόν
και πάω με καΐκι στη Τουλούζ...

Το Διδυμότειχο, το μπλούζ
του Λαυρέντη, του  Μαχαιρίτσα,
η γκόμενα μου η αρτίστα
τραγούδαγε,  κι είχα στ’ αυτιά μου
σαν σχόλαγα απ’ τη βαρδιά μου,
και ξέχναγα τα Ελληνικά μου
γιατί δεν ήξερε ούτε λέξη...

Πριν από μένα είχε μπλέξει
με εκ Διδυμότειχου ένα ναύτη
και το σιντί, του είχε αρπάξει...

Τ’ όνομα Δίδυμο-δυότειχο
μ' ένα τραγούδι εύηχο
και χάρις στον Λαυρέντη,
από μεριά του Ρέντη
ως και Αργεντινή,
ακόμα και Χιλή,
έφτασε με καράβια..

Τ΄άκουγα πολλά βράδια,
σαν πάαινα με γκαζάδικα
στων πόρτων μπουζουκάδικα….

Έτσι τ’ ακούγανε και  Γάλλοι,
χωρίς να ξέρουν τη μεγάλη
της πόλης   ένδοξη ιστορία…

Μα ούτε σ’ όσα πήγα πλοία
την ξέραν και οι Έλληνες,
ούτε κι εγώ,  συνέλληνες,
μέχρι που δυό φιλέλληνες
τα μάτια μου ανοίξαν,
βέβαια, πολύ με εκπλήξαν,
θάλεγα δε...  με επιπλήξαν
και με πολύ ντροπή,
άκουσα κείνη τη στιγμή,
για δόξες...  
             τα "Τείχη" πούχαν δει:

Τρις έγινε πρωτεύουσα
της "αυτοκρατορίας",
όταν η βασιλεύουσα,
λόγω της υστερίας
εμφύλιων επανειλημμένων,
Κατακουζηνού και πουλημένων
και Τούρκων* δε προσκεκλημένων                *τους κάλεσε σε βοήθεια ο Κατακουζηνός 
τρόπαιο ήτο, των εμπολέμων.

Να μην ξεχάσω ήταν και Σέρβοι    
και Βούλγαροι πούχαν κατέβει,
κι έχανε το παιδί τη μάνα
υπό την αυτοκράτειρα Άννα*…                                  *σύζυγος Ανδρόνικου Γ'

Μα ας πάω αρχή στη διήγηση,
(των ξένων την αφήγηση)
κάποιους αιώνες πίσω,
και έτσι θ’ αρχινήσω
με Θράκες, τους αρχαίους,
πολεμιστές γενναίους,
που τον Μυκηναϊκό καιρό
μεγάλο είχαν πολιτισμό….
Οι ανασκαφές δείχνουν ζωή
ότι υπήρχε πάντα εκεί…


Μες στα νερά του Εριγώνα
(όνομα παλιό,   άλλου αιώνα),
του Ερυθροποτάμου,     
του Έβρου του παραποτάμου,     
το διπλό ένδοξο κάστρο
καθρεφτίζεται σαν άστρο.


Παράλληλα όμως το διαβρώνει
το τείχος, σαν υπόγεια απλώνει
νερά,  και κάτω από τη πόλη,
όπου οι θρύλοι λένε όλοι
για κάμαρες με θησαυρούς,
σαράντα, ή και πιο πολλούς.


Ένα κάστρο σε κάθε λόφο....
Της Άγιας Πέτρας ήταν το πρώτο
που κτίστηκε επί Τραϊανού
(δύο αιώνες μετά Χριστού
τη γέννηση), για να τιμήσει
αυτήν που είχε αγαπήσει,
τη σύζυγο του την Πλωτίνη..

Δούλεψαν σκλάβοι σαν τα κτήνη
να φτιάξουνε κάστρο και πόλη,
που Πλωτινούπολη, είπαν όλοι….

Ο δεύτερος λόφος είν’ του Καλέ,
που κάστρο ψηλό σα χαβαλέ,*                                    *Φορτίο στο κατάστρωμα που εξέχει
τον έκτο αιώνα ο Ιουστινιανός
κτίζει,     ο τότε ο ισχυρός…..

Βάρβαρη η Γερμανική γενιά,
στα χίλια εκατό ογδόντα εννιά,
του Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσσα
αρπάξανε τα τόσα όσα,
οι ληστές του οι μισθοφόροι
όλοι ντυμένοι Σταυροφόροι
που καταλάβανε τη πόλη…*                                           *Διδυμότειχο                                   
Φονεύθηκαν τότε οι άνδρες όλοι...
Γλυτώνουν οι εν Κωνσταντινουπόλει….

Χρόνια το κάστρο το κρατήσαν
οι Σταυροφόροι,  και λακίσαν 
όταν της Νίκαιας, ξεχυθήκαν
οι Ρωμαιοέλληνες εξ Ασίας
και μιας "μικρής" πλέον Αυτοκρατορίας
κύριοι εγίνανε και πάλι,
και να την κάνουν θέν' "Μεγάλη¨...

Ο Ανδρόνικος Γ',   ο Παλαιολόγος*                               *Αυτοκράτορας 1328-1341
σκέτο λιοντάρι, που λέει ο λόγος, 
δεν μοιάζει του συνονόματού του
του  Β', τού "ριψάσπιδος" παππού του.  

Απ΄το κάστρο θα μαγευτεί
ο νεαρός όταν θα μπει....
Θα κάνει χρόνια για να βγει...
Σαν σ' εκστρατείες πεταχτεί,
το σκέπτεται, τ' αναπολεί...

Μα αυτός ακόμα πιο πολύ,
σκέπτεται τη μοναδική
αγάπη του,   Σιμώνη,*                                                *η Κράλλαινα της Σερβίας
τη θεία του, που λιώνει
παν' στη Σερβία βασίλισσα.

"Εσένα μόνο φίλησα", 
της λέει μ' απελπισία.

Ο γάμος της, έμοιαζε εξορία,
γιατί ο πατέρας* της, με βία                                *Ανδρόνικος Β' Αυτοκράτορας 1282-1328
στο γέρο Κράλλη* στη Σερβία,                            *βασιλιάς της Σερβίας
τη δίνει νάχει για συμβία.
Μια ανήλικη  κυρία... !
Μια βρόμικη διπλωματία... !

Έτσι για λίγη ελευθερία
συχνά ερχόταν στο παλάτι,
αλλά ο  Σέρβος  με γινάτι, 
πλήθος στρατιώτες το γομάρι
έστελνε  πίσω να την πάρει 
- ερωτευμένος ήταν για χρόνια-...

Η αγάπη της όμως αιώνια
μένει για το Ανδρόνικο,
που ένα γάμο σόνικο
τον βάλανε να κάνει
με Ιταλιάνα, που "χάνει" 
κάπως στη εξυπνάδα,
που φέρνει εδώ αράδα
τσούρμο απ' Ιταλιάνους,
και με σωρό ρουφιάνους
μιά μέρα αυτή θα γίνει
η Αυτοκράτειρα Άννα,*                                      *πριγκίπισσα  Τζοβάννα της Σαβοΐας            
βασιλομήτωρ, λάγνα,                                        
που άλλαζε εραστές, 
και τις ερίχνανε μπηχτές
οι αγένιοι οι ευνούχοι,
για αυτά τα βίτσια πούχει !

Αυτή πήρε το θρόνο
για έναν λόγο μόνο,
να μεγαλώσει τον Ιωάννη,*                                 *διάδοχο και μελλοντικό αυτοκράτορα
αφού ο Ανδρόνικος πεθάνει
από ελονοσία, 
που άρπαξε σ' εκστρατεία.

Ιστορία, σχεδόν ενός αιώνα
που πέρασε κατά κανόνα
μ' εμφύλιους και με σκοτωμούς,
κι ανίσχυρο πια σ' Οθωμανούς
το χίλια τριακόσια εξήντα τόσο,
πέφτει,  κι οι Τούρκοι τον καμπόσο
κάνουν,  και Ευρωπαϊκή
πρωτεύουσά τους είπαν αυτή...

Στα χρόνια που ακολουθούν
οι Ρώσσοι, τους την αποσπούν,
και εν συνεχεία οι Βουλγάροι,
ώσπου μιά μέρα με καμάρι
στη συνδιάσκεψη «Σαν Ρέμο»                                
με Βούλγαρο πια νικημένο,
επήραμε τα δύο κάστρα,
του Διδυμότειχου κι ως τ’ άστρα,
φτάσαν οι ιαχές Ελλήνων
και οι απόγονοι εκείνων
που πέσανε στη πόλη
αγκαλιαστήκαν όλοι.

Χίλια εννιακόσια σαράντα ένα,
τα οχυρά μας τα καημένα
καταβομβαρδισμένα,
πέφτουνε στους Γερμανούς,
χασάπηδες σαν τους παλιούς…

Το Διδυμότειχο το μπλουζ
(στα Αγγλικά, μελαγχολία - θλίψη)
από κανένα δεν θα λείψει…..

Υπόδουλη χρόνια η Ελλάς,
ώσπου ένα σύνταγμα του «ΕΛΑΣ»
ήτοι το "ογδόντα ένα"
θα επιτεθεί και θα νικήσει
αυτόν που είχε κατακτήσει
τα δυό ιστορικά μας κάστρα…
Πάλι ιαχές……πάλι ως τ’άστρα !!!!

Και τώρα ?    Το δυό χιλιάδες πια εννιά ?
των Γερμανών η νέα γενιά
θα μας ξαναεπιτεθεί
με όπλο την οικονομική
που έχει υπεροπλία
και δω τριτώνει….  όχι αστεία !!!!

Αυτή η επιδρομή θα συνεχίσει,
τη χώρα πάει να αφανήσει,
θα πλήξει όλους και παιδιά,
στραγγίζοντας κάθε γενιά…

Σπάνια η "γυναίκα" πια γεννά,

και τα υπάρχοντα παιδιά
πάν'  για δουλειά στην «Εσπερία»*                                                          *Δύση
με μια πρωτόγνωρη υστερία…

Τα πήραμε τα δύο κάστρα,
μα ποιος θα τα ξαναεπανδρώσει
σαν φεύγει ο νέος να γλυτώσει
κι εμείς κοιτάμε εν υπνώσει.... ; !
________________________________

Έμμετρο έργο  από το βιβλίο "Ιστορικοί Αστερίσκοι",  
με αλήθειες, λάθη και σαρκασμό, του Οδυσσέα Ηβιλάγια,  σελίδα 1190 
e-mail: pmataragas@yahoo.com  / 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Katherine Rapakoulia Mataraga 
______________________________________________________





* To Κάστρο του Διδυμοτείχου βρίσκεται επάνω στην κορυφή του λόφου και είναι ένα από τα πιο σημαντικά κάστρα των Βαλκανίων. Αποτελούσε σημαντικό ορόσημο από τους αρχαίους χρόνους λόγω της γεωστρατηγικής του θέσης και του ισχυρότατου οχυρωματικού περιβόλου που το περιέβαλλε.
Στο μέσον περίπου του «κάθετου» στο χάρτη νομού Έβρου (και του μοναδικού με αρσενική ονομασία, «ο Έβρος») ελέγχει τη συμβολή δύο ποταμών (του Ερυθροπόταμου στο σημείο που εκβάλει στον Έβρο) και έχει δεύτερη στρατηγική στήριξη από παρακείμενο λόφο στην ίδια περιοχή, επί του οποίου υπήρχε η ρωμαϊκή πόλη Πλωτινούπολη, την οποία ίδρυσε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός (117- 98 π.Χ.).
Τα δείγματα του τρόπου οικοδόμησης των τειχών, μαρτυρούν ύπαρξη κάστρου πολύ προ των βυζαντινών χρόνων.
Tο κάστρο διατηρείται στο μεγαλύτερο μήκος του, τα  βυζαντινά τείχη του έχουν μήκος 1 χ.λ.μ και το ύψος τους φτάνει τα 12 μέτρα, με τους πύργους του 24 στο σύνολο, κάποιοι από τους οποίους φέρουν μονογράμματα βυζαντινών προσωπικοτήτων ή διακοσμητικά και συμβολικά μοτίβα.
Μέσα στο κάστρο υπάρχουν διασκορπισμένες λαξευμένες σπηλιές οι οποίες χρησιμοποιούνταν  ως τμήματα κατοικιών. 

Κατά τον ιστορικό Προκόπιο, τα τείχη του Διδυμοτείχου ανακατασκευάσθηκαν και ενισχύθηκαν επί Ιουστινιανού. Τα ίδια τείχη ενισχύθηκαν αργότερα και επί Κωνσταντίνου Ε΄ το 751. Όπως και το 1303, που τα τείχη ενισχύθηκαν σημαντικά από τον πρωτοστράτορα Κωνσταντίνο Ταρχανειώτη.
Το Διδυμότειχο είχε αποκτήσει φήμη τόπου εξορίας και φυλακής των συνωμοτών του Βυζαντίου, αλλά ταυτόχρονα αποτελούσε ισχυρό αμυντικό προγεφύρωμα, για όσους επιβουλεύονταν την Κωνσταντινούπολη. 

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο το κάστρο αυτό δοκιμάσθηκε από πολύχρονες και σκληρές πολιορκίες και κατά καιρούς υπέστη φοβερές καταστροφές, όπως από τον Βούλγαρο βασιλιά Κρούμο το 813-814, αλλά και από τους Σταυροφόρους, που τελικά το κατέλαβαν.
Το κάστρο πολιορκήθηκε στην πρώτη Σταυροφορία το 1189 από τα στρατεύματα του γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσα υπό τη διοίκηση του δούκα Φρειδερίκου της Σβάμπ. 
Όταν κατά την 4η Σταυροφορία έπεσε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το Διδυμότειχο είχε καταλάβει ο Βονιφάτιος Μομφερατικός. Αργότερα πέρασε στην κυριαρχία του Γοδεφρείδου Βιλεαρδουίνου και αργότερα του κόμη Ούγο ντε Σαιν Πωλ. 
Το 1206 όμως υπέστη μεγάλες καταστροφές από τον τσάρο των Βουλγάρων Ιωαννίτζη. 
Το 1237 πάντως οι Κουμάνοι επιδρομείς, που είχαν ερημώσει τη Θράκη δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν το Διδυμότειχο.
Όταν ξέσπασε ο πολυετής εμφύλιος πόλεμος (1321-1354) στο Βυζάντιο, το Διδυμότειχο κατέστη πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Παλαιολόγο Γ΄ που είχε εξεγερθεί εναντίον του παππού του Ανδρόνικου Παλαιολόγου Β΄
Το 1341, στο Διδυμότειχο στέφεται αυτοκράτορας ο Ιωάννης Καντακουζηνός ΣΤ΄. 
Το 1346 ο Καντακουζηνός για να επιτύχει τη συμμαχία των Τούρκων δίδει ως σύζυγό την 13χρονη κόρη του πριγκίπισσα Θεοδώρα στον υπέργηρο σουλτάνο Ορχάν στη Σηλυβρία.
Τελικά, ανάμεσα στο 1357-1360 το Διδυμότειχο πέφτει στα χέρια των Τούρκων και απελευθερώνεται το 1920.
Το περίφημο αυτό κάστρο, που συντηρήθηκε ανεπαρκώς από τους Οθωμανούς κατακτητές, υπέστη μεγάλες καταστροφές από ποικίλους επιδρομείς κατά τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια, αλλά και από τους Ρώσους, που κατέλαβαν το Διδυμότειχο στους δύο νικηφόρους γι’ αυτούς ρωσοτουρκικούς πολέμους το 1829 και το 1878. 
Οι θρύλοι της περιοχής κάνουν λόγο για «σαράντα κάμαρες» που είναι λαξευμένες μέσα στο βράχο και η ύπαρξή τους συνδυάζεται με κρυμμένους βασιλικούς θησαυρούς.
Στην πραγματικότητα, το κάστρο διαθέτει δεκάδες λαξευτών σπηλαίων, που χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες ή δεξαμενές νερού ή καταφύγια.
Ένας άλλος θρύλος θέλει, το άπαρτο κάστρο του Διδυμοτείχου να πέφτει στους Τούρκους από «μπαμπεσιά» και την υπεύθυνη «βασιλοπούλα» να πέφτει από τον γωνιακό νοτιοανατολικό πύργο με το άσπρο άλογο της και να αυτοκτονεί. 
Και ο άρχοντας πατέρας της, που ήταν έξω από το φρούριο σε κυνήγι όταν άκουσε το μαντάτο της κατάληψης του Διδυμοτείχου, αναφώνησε: 
«Για να το πιστέψω, πρέπει αυτές οι κότες που 
μαγειρεύουμε εδώ, να σηκωθούν και να λαλήσουν». 
Και ως του θαύματος, οι μαγειρεμένες κότες, ζωντάνεψαν. Και εις ανάμνηση, η τοποθεσία, με ένα παρεκκλήσι σήμερα του Αγίου Βλασίου, ονομάσθηκε στα τουρκικά «Ταούκ Γκεμέζ» δηλαδή, οι κότες που τελικά δεν τις έφαγαν.

  σπασμένος κάβος  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου