Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Γυναίκες..... αυτές που μένουν



Ανατολική Κινέζικη Θάλασσα

Πάνω στη ρώτα των καραβιών σύριζα περνούν οι βάρκες
                                                       [και απαθείς εμάς θωράνε ψαράδες με πλατιά καπέλα,
είναι εκατοντάδες τα παράξενα πλεούμενα και τους σφυράμε αβέρτα
                                                           [μα δεν παραμερίζουνε με τίποτα..... είναι μιά τρέλα,

άμεσος κίνδυνος να τους τσακίσουμε... και λίαν επισφαλές 
                                                                          [για την προπέλα μας ν' αρπάξει κάνα δίχτυ.

Εγώ συνεχώς
να είμαι στη τσίτα και κρεμασμένος μισός έξω απ’ τη βαρδιόλα
                           [
όλη νύχτα, να κοιτάω και να σφυράω.... μη με πουν κι ανθρωποπνίχτη ! 
και σαν να μη μούφτανε το ξενυχτο-αγωνιο-πακέτο,
                                                                              [νάχω στο νου και τη παρμένη γκόμενά μου,
όπου στο γράμμα που πήρα το τελευταίο στη Καλκούτα γράφει...
                     [" τυχερέ,
ολούθε ταξιδεύεις κι όλη τη γη αγναντεύεις, όλα τα θες δικά σου,
τη χλιδή, τα ξένα μέρη, κι εγώ... όλο Σεπόλια, σε μέναμε την έχεις φέρει,
                     [τη ζωή σου τη ζηλεύω, με τη ρουτίνα εδώ παλεύω, εσύ ότι θελήσεις θάχεις,
κι εγώ τρέμω από το φόβο σαν σκέπτομαι... τρελαίνομαι σαν αναρωτιέμαι
                                              [με πόσες γυναίκες θα γλεντάς κι όλο αναβάλεις πότε θάρθεις".

Τι να της πεις τώρα ρε φίλε...? να βρίσκεσαι πέλαγο-πόρτο μέσα στη μουτζουρομπίχλα,
          [κάτω μπομπρούμια πάνω μπομπρούμια, να τσεμπερώνεις μες τα γκρουντ γραμμές,
τα χνώτα σου να σκυλοβρωμάν πετρέλαιο, ύπνο-πόρτο-στεριά νάχεις ξεχάσει,
   [κι αυτή μέσα στην άγνοια της να ονειρεύεται σαλόνια, μεγαλεία πλοιάρχων και στολές.                                                                              

            Σαν παντρευτήκαμε, μετά καιρό, από την επομένη 'τοίμασε κιόλας βαλίτσες,
                                                      [καλά και ντε για να μπαρκάρει η βουτυρομπεμπού μαζί μου,
           και σαν αγύριστο πούταν κεφάλι δεν μπόρεσα να της αλλάξω γνώμη…. αλλοίμονο...
                   [πρώτο ταξίδι
το Χάρο είδε με τα ίδια της μάτια της  
                                                                                                [κι απαρηγόρητα έκλαψε η δική μου,
           ...ακόμα με βρίζει που στις γαλέρες τα χρόνια μου "έφαγα"... τα καλύτερα,
                                    [συχνά δε μέσα στον ύπνο της ακούω να λέει κάτι σαν "Μνήσθιτί μου".
__________________________________________________________________________________

Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". Βιωματικό έμμετρο έργο
του Οδυσσέα Ηβιλάγια Νο 66 / e-mail: pmataragas@yahoo.com
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga
____________________________________________________




 

   σπασμένος κάβος  

Εδωδιμοπωλείον Μάτο Γκρόσο



Ομόνοια - Τάιμς Σκουέαρ


Τον ντοκουμάνη* Συμεών,                                              *λοστρόμος μηχανής                       
ενώ ‘χε μπει ο νέος,
     [ο εικοστός πρώτος αιών,
και είχαμε κι οι δυό 
                       [μαλλιά με "χιόνια",
τον ετρακάρισα εχθές,
   [όλως τυχαίως, στην Ομόνοια…

Μου περιέγραψε ο παλιόφιλος
       [πως έγινε τελικά μπακάλης,
ενώ 'τανε καραβομηχανικός
          [ο μαστρο-Μιχάλης Μάλης...

Και συνεχίζοντας μούπε
              [πως τη κοπάνησε στο Σάντος* 
μαζί του και το κωλόπαιδο ο Λαδάς,
                          [ο Παναγιώτης Πάντος, 
που ο μπάσταρδος κελάηδησε, 
               [σαν τον τσιμπίσανε οι "Μιγκρέδες"*                        *Υπ. αλλοδαπών
μα το ξανάσκασε, αλλά σκοτώθηκε,
   [πηδώντας στο κενό από τους καμπινέδες....

Έτσι για να μην πιάσουνε τον Μάλη
      [πήγε και έσκαβε στο Μάτο Γκρόσο,*                                 *Βραζιλία
και καμαρώνει τώρα ο παππούς,
                     [για την πορεία του ωστόσο,
αποδεικνύοντάς το.....
                         [δίνοντας το όνομά του,
στο μπακάλικο που άνοιξε 
                            [σιμά στη γειτονιά του.

Ήμασταν.....  παλιά μαζί στο "Δάφνη",
μου είπε όμως, αν και ερείπιο,
    [στον Πειραιά δουλειά πως ψάχνει....

Γέρος πια ήτανε,
           [ο φουκαράς Μιχάλης,
άφραγκος και ασπρομάλλης....

Εθυμηθήκαμε παλιές ατάκες
που μας ελέγαν,
    [απρόκοπους και "βλάκες",
και πως δεν θάχουμε προκοπή
                           [μα ούτε και χαΐρι…
και απαντούσαμε ντουέτο,
                 [γ@@ίδια και άι σιχτίρι"...

Το ίδιο, μας λέγανε οι παλιοκερατάδες,
στη πρώτη κοπάνα, στη Νέα Υόρκη,
                             [που πήγαμε"πιατάδες",
και ενίοτε στις γέφυρες
       [οι ενέριοι που λένε "μπογιατζήδες",
σιγά ρε φλώροι (οι καθώς πρέπει)
                   [δεν γίναμε και νταβατζήδες,
τέτοιους ξερόλες 
      [τους έτρωγα από μικρός στη μάπα
...μα, σταματώ καλύτερα εδώ.... 
                         [με τις βρισιές και δαύτα. 

Κάποτε για κάποια γκόμενα,
     [με τον Μιχάλη γίναμε μαλλιά κουβάρια,
και έκτοτε δεν τον ξαναείδα,
    [έχασα εντελώς του φίλου μου τ' αχνάρια..

                        __________

Αποχωριστήκαμε στην Ομόνοια
  [αφού αγκαλιαστήκαμε για τελευταία πια φορά, 
και οι στερνές του λέξεις ήταν,
        "σαν νάχαν δίκιο τότε οι φλώροι του κερατά"! 

Σε σκέψεις έπεσα στο δρόμο της επιστροφής, 
και τα σπασμένα Αγγλικά μισοάκουγα 
                              [κάποιας απροσδιόριστης φωνής, 
που έμοιαζε Γιαπωνέζας, ή Περουβιάνας, ή Ινδής,
ή Πορτορικάνας, ή Βραζιλιάνας,
                                     [ή Κορεάτισσας, ή Κουβανής, 
ενώ ψιθύριζε..... "τη λευτεριά του νου σου
                            [μόνο στο άγνωστο θα τη βρεις
και σαν την ανάμνηση τη δική μου
                          [δεν θάχεις καμίας Στεργιανής*       

                                                                   
                                                                             Σημ. *Η λέξη από «Στεργιανή Ζάλη» Καρκαβίτσα

_________________________________________

Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". αυτοβιογραφικό έμμετρο έργο του Οδυσσέα Ηβιλάγια σελίδα 260
(Κατ.110)  e-mail: od.heavilayias@yahoo.com  /  Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων k. mataraga 
_____________________________________________________________________________


* Σάντος (πορτογαλικά: Santos [ˈsɐ̃tus]) είναι πόλη-λιμάνι και δήμος στην πολιτεία Σάο Πάολο, Βραζιλία. Η πόλη εκτιμάται ότι έχει πληθυσμό 433.966 κάτοικοι, όσον αφορά το 2015, και αποτελεί τμήμα της μητροπολιτικής περιοχής Μπαϊσάντα Σαντίστα, η οποία έχει πληθυσμό 1,7 εκατομμύρια και της οποίας είναι ο πολυπληθέστερος δήμος. Η πόλη βρίσκεται εν μέρει στο νησί Σάο Βισέντε, στο οποίο βρίσκεται τόσο η πόλη Σάντος και η πόλη Σάο Βισέντε, και εν μέρει στην ενδοχώρα. Απέχει περίπου 80 χιλιόμετρα από το Σάο Πάολο. Η Σάντος ιδρύθηκε το 1546 από τον Πορτογάλο εξερευνητή Μπρας Κούμπας.



Σάο Πάολο


* Σάο Πάολο (πορτογαλικά: São Paulo, 
Άγιος Παύλος) είναι μεγαλύτερη σε πληθυσμό και οικονομική ανάπτυξη πολιτεία της Βραζιλίας και βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της χώρας. 
Διοικητικό της κέντρο είναι η πόλη Σάο Πάολο η οποία είναι και η μεγαλύτερη πόλη της Βραζιλίας και όλης της Νότιας Αμερικής.
Η πολιτεία συνορεύει βόρεια με την Μίνας Ζεράις, ανατολικά με το Ρίο ντε Ζανέιρο, νότια με την Παρανά και δυτικά με το Μάτο Γκρόσο ντο Σουλ.

















* Μάτο Γκρόσο, (πορτογ. Mato Grosso, δηλαδή «Πυκνοί θάμνοι») είναι η τρίτη μεγαλύτερη (σε
έκταση) από τις 26 ομόσπονδες πολιτείες της Βραζιλίας, στα δυτικά και κεντρικά της χώρας. Η πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της είναι η Κουιαμπά. Η έκτασή της Μάτου Γκρόσου είναι γενικά επίπεδη και παρουσιάζει τρία διαφορετικά οικοσυστήματα: το σεράντου (τροπική σαβάνα, το πατανάου (υγρότοποι) και το τροπικό δάσος του Αμαζονίου. Η βλάστηση βοσκοτόπων καλύπτει το 40% της πολιτείας. Στα μεγάλα τουριστικά αξιοθέατα είναι ο Εθνικός Δρυμός Τσαπάντα ντους Γκιμαράες, με τα σπήλαιά του, τα μονοπάτια του και τους καταρράκτες του. Στα βόρεια απλώνεται η ζούγκλα του Αμαζονίου, που αρχικώς κάλυπτε το μισό της πολιτείας, αλλά σήμερα έχει περιορισθεί σημαντικά εξαιτίας της υλοτομίας, της βοσκήσεως και της γεωργίας.


______________________________





σπασμένος κάβος  

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Αιχμάλωτοι στη πόλη των Αγγέλων




Το Χαμένο Όνειρο

Από μικρός το άκουγα
το ξακουστό Λος Άτζελες…

Μετά την Παρανάγκουα*,                                              
*λιμάνι της Βραζιλίας
είπα, "τι άλλο θάθελες
ν' ακούσεις" ?     Το καράβι
προς μπόγκερ* πάει αυτό το βράδυ !                             *ανεφοδιασμός καύσιμα

Ένα  ρεπόρτο έφτασε
κι ο Σπάρκς* τη βρόμα διέδωσε.                                     *ο ασυρματιστής είπε το μυστικό

"Πάμε στη πόλη των Αγγέλων"
τάχα μου κρυπτοαναγγέλων...!

Ντύθηκα γκόμενος γαμπρός,
(που ψώνιο με τους σινεμάδες
ήμουνα πάντα από μικρός),
να πάω να δώ παλληκαράδες,
και γκόμενες του σινεμά
που μένουνε εκεί κοντά.

Μα του μαλάκα του Νινιού,
του καπετάνιου του χοντρού,
σχεδόν παλιού συμμαθητού,
- με καθυστέρηση μυαλού -
του τη βαράει ξαφνικά.....

Δηλώνει αυτός λακωνικά:

"Θα μείνετε μέσα παιδιά

γιατί θα φύγουμε γοργά...."

Η αλήθεια είν', πως ο χοντρός,
ο κερατάς, ο ελεεινός,
απ' τα πολλά, που είχε, πάχη,
εκόντευε αυτός να σκάσει,
και δεν τον ένοιαζε να βγεί,
γιατί οι γιατροί του είχαν πει
σε εστιατόριο να μη μπει....

Του είχανε απαγορέψει
ότι,  με "μάσα" είχε σχέση.....

Έξω... δεν πάμε... ήταν άδικο...
γι' ένα κωλοφαγάδικο 
"το όνειρο" θα χάσουμε.

Τράνζιτο* θα περάσουμε.....                                 *απαγόρευση εξόδου στη ξηρά

Έτσι οι μιγκρέδες όταν ήρθαν
ήδη τις εντολές τις είχαν,
κι είπε ο επικεφαλής τους :

".... Αντε και πες σ’ αυτούς τους γύφτους,
κανένας τους να μην τολμήσει
από το πλοίο να ξεμυτίσει..."

Στα Αγγλικά 'χε βλαστημήσει
κι όλους μας είχε καταβρίσει....

Μα είμαστε συνηθισμένοι
δεν μας χωνεύουνε οι ξένοι,
το λέει ο Νίτσε καθαρά*,
μεσ' στα δικά του είδα γραπτά
για θέματα Ελληνικά...


Γράφει: Τους "βρίσκουμε μπροστά",
από τα χρόνια τα παλιά...

"Τα κάναν όλα ρε παιδιά,
(τέχνη και μαθηματικά, 
φιλοσοφία, φυσική, 
κάθε επιστήμη... ιατρική, 
και μουσική αρμονία, 
και γλυπτική κι αστρονομία)
αυτοί οι αρχαίοι Έλληνες !"

Ίσως γίναν μισέλληνες...

(Με τέτοια εγκώμια και γραφές 
από σοφούς και ποιητές.... 
που απ' το φως θαμπώθηκαν, 
και "ως άνω" εκδηλώθηκαν)


κάποιοι απ΄τους πρώην τους βαρβάρους,
Σάξωνες, Κέλτες και Αβάρους,
Γαλάτες, Ούνους και Τατάρους...

Ίσως γι αυτό στραβοκοιτάνε,
εμάς,  παντού όπου κι αν πάμε,
είτε στη Μαύρη Αφρική,
είτε Λευκή Αμερική,
κόκκινοι, μαύροι, μελαψοί !

Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". αυτοβιογραφικό έμμετρο έργο του Οδυσσέα Ηβιλάγια 
σελίδες 258  e-mail:  od.heavilayias@yahoo.com  /  Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων k. mataraga



*  ΤΙ ΕΙΠΕ Ο ΝΙΤΣΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ

«Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το Ελληνικό μοντέλο, συρρικνωνότανε, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα.
Έτσι ξανά και ξανά μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του…
Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους.
Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες. 

Βέβαια, πού και πού, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με Αχίλλειο πήδημα».

spasmenos kavos

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Τα μάτια της τα θαλασσιά


"Τα μάτια της τα θαλασσιά     
                       [πήραν τα ρέστα μου όλα,"
διηγόταν ο Μπάμπης στο Μεμά,
                [κι ενώ εβάφαν στη βαρδιόλα
είχαν αφήσει τη δουλειά
     [πόντα, πινέλα, γυαλόχαρτο, κοπίδι. 

Τούς κάνει ο Μπόσης* τσακωτούς                                  *Λοστρόμος                       
            [και βάνει μπρος το βλαστημίδι, 
βαλίτζες αμέτε φτιάξετε,
                                   [απολυθήκατε ήδη. 

Λοστρόμος καραβόσκυλο,
                      [όλο βλαστήμια κι απειλή,
μα που τα ξεχνούσε αμέσως,
                        [απ' την επόμενη στιγμή.

"Άμε του λέει ρε μούργο Μπάμπη,
                       [πιάσε να κάνεις ματισιά,*                      *επισκευή κάβων                    
σύρε και φέρε τη ματσόλα...*                                          *αιχμηρό εργαλείο
          [κι άσε τη γκόμενα, ξέχνα τη πιά, 
'δω βρίσκεσαι ήδη σε δεσμό,
                           [και μάλιστα με πολλές,
σ' ένα δεσμό Ζωής-Θανάτου,
  [και σου θυμίζω κάμποσες απ' αυτές !!  
Φασίνα, Αποξένωση Αϋπνία,
                             [Ταλαιπωρία, Αγωνία, 
Μοναξιά, Κλεισούρα, Θύελλα, 
               [Τρικυμία, Απονιά, Υποκρισία.  

Τάπε αυτά κι έφυγε βλαστημώντας,
         [από συνήθεια τώρα, χωρίς αιτία.
                                                 
Σαν σήμα είναι κατατεθέν
                         [του καθενός λοστρόμου,
να βλαστημάει φταίει δεν φταίει
              [για υπακοή, μέσω του τρόμου,
του κατωτέρου του πληρώματος,
        [στους μούτσους και στους ναύτες,
ως το τελείωμα της μέρας
                    [να ρίχνει βρισιές βαρβάτες.

Έζησα και τ' απίστευτο
                         [μ’ έναν Μαθιό λοστρόμο,                      
ν’ ακούς βρε τον αντίχριστο
                       [μπροστά σ’ όλο τον κόσμο,
να βλαστημά την Παναγιά... ακόμα
      [και στην εξόδου του, μες τον δρόμο.

Μα, κάποτε ρεμετζάροντας,*                                           *δένοντας στη προβλήτα         
                               [επάνω στο καμπούνι*                          *στη πλώρη                         
στο κάργα το σκοινί τεζάροντας
              [να μοιάζει ξύλο, σα μπαστούνι,

δυό κάβοι του μαγκώσανε
                             [το χέρι ανάμεσά τους,
και τον Μαθιό ακούσανε...
                 - δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους -
στην Παναγία κλαίγοντας να ζητά
                          [έλεος να τον βοηθήσει...
και να υπόσχεται μετανοιωμένος
                  [πως... δεν θα την ξαναβρίσει !

Ήρθανε και τον πήγανε στα επείγοντα
                                                [με το ασθενοφόρο,
μα οι βλαστήμιες μείνανε, και δυστυχώς,
     [ακόμη κυριαρχούν στον καραβιών το χώρο. 
_______________________________________________________________

* Το περιστατικό συνέβη με το τάνκερ Coral Trader στη Punta Cardon στη Βενεζουέλα το 1967.
 


Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". βιωματικό έμμετρο έργο
του Οδυσσέα Ηβιλάγια Νο 63 / e-mail: pmataragas@yahoo.com
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga




   σπασμένος κάβος  

Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Όταν δεν είχαμε να φάμε...!






                                                        Ο Αμοργιανός του Αχελώου 

Aφού κατεβάσαμε τον ήλιο* και "κάναμε" υπολογισμό του στίγματος
                                                               [με τον Καπτάνιο στη γέφυρα το μεσημέρι.*
έκατσα να γράψω και τρισίλιο με τ' άλλα στόρια
                                                           [ο σιψάντης (προμηθευτής) για να μας φέρει,
καθώς για μέρες ξελιγωμένοι από την πείνα
                                                 [με κούτρουλο τις αποθήκες φτάναμε μεις στο πόρτο.

Πριν μιά βδομάδα είχαμε στείλει αίτημα να εφοδιαστούμε κάπου εκτάκτως
                                                                   [στέλνοντας επείγον στα γραφεία ρεπόρτο
πως ο μα@@κας ο Στούαρ δεν είχε ίχνος προμήθειες
                                                          [λόγω βλακείας, κι από φαγώσιμα είχαμε μείνει.

Άσχετος βραδύνους και ψιλικατζής, ηλιθιο-υπολόγισε για 40ήμερο ταξίδι
                                           [τα τρόφιμα που θα χρειαζόμασταν έχοντας την ευθύνη,
κι αφού τον κατάχ@σε ο καπετάνιος... και χόρτασε τα μπινελίκια

                              [όλου του κόσμου..... μπαγκάζια μάζεψε στο πόρτο να του δίνει.

Μα καλά, του λέγανε ρε πού@@η, δεν ξανάγινε να φάμε, τις γαλέτες διάσωσης
                                     [απ' τις σωσίβιες βάρκες, κι όπως κινδυνεύαμε από κατάσχεση,
δεν γινόταν να πιάσουμε πόρτο ενδιάμεσα για φαγώσιμα,
                                    [και τράβαγαν τα μαλλιά τους στα γραφεία για την κατάσταση,

Μας παρακάλεσαν, όλο το πλήρωμα, ν' αντέξουμε όπως-όπως,
                [μέχρι να φτάσουμε τάζοντας μπόνους και στέλνοντας κρέατα και
όσπρια.

Φτάσαμε καμιά φορά..... μα γκαντεμιά.... μ' όλο Ντεντ-σλόου

                                       [μποτζιβολτάραμε απ' όξω, καθώς απ' την αγριεμένη Όστρια,
πλεούμενο.... δεν μπόραε να πλησιάσει κι όλο το πλήρωμα εκόνταε να σκάσει,
         ["δώθε ρε σείς θ' αφήσουμε τα κοκκαλά μας" λέγανε κάποιοι... όταν στο πλάι,
δαιμονισμένα, σταλμένο απ' τα γραφεία της εταιρείας
                                                            [της ανοικτής θαλάσσης ρυμουλκό, άρχισε να σφυράει
και σαν τα κοτόπουλα ζαλισμένοι, εξαντλημένοι, κατακουνημένοι, πεινασμένοι,
     [δέκα φορές πετάξαμε, και ξανά και πάλι μα πούουου.. να πιάσουν μες το χαμό βιλάι.


Με τα πολλά ο Αμοργιανός όπως και τότε στη θητεία στ' αρματαγωγό, με κυβερνήτη
              [τον Παπαδάκη, δένει στη μέση του μια μπαρούμα και μες τη θάλασσα βουτάει !!

Λαλήσανε και μείνανε με στόματα να χάσκουν οι ρυμουλκαδόροι,
        [μα τα κατάφερε ο Κυκλαδίτης ναυτικαράς, τους γάτζωσαν κι αυτόν και το σκοινί.

Τώρα όλων τα μάτια είναι στραμμένα στου ρυμουλκού τον καπετάνιο,
     [που όντως με τα κύματα ένα αγώνα δίνει τιτάνιο, καθώς τον πάει μία εδώ μία εκεί
και πολεμάει να μας πλευρίσει, με κίνδυνο το σκάφος του να τσακίσει,
                                                                             [κι όπως κάποια στιγμή τα ψιλοκαταφέρνει,
δυό σάκκους πετάει ψωμάκια στη πλημμυρισμένη από τα κύματα κουβέρτα
     [παίρνει η θάλασσα τον ένα, μα με κίνδυνο ο μπόσης αρπά τον άλλο και
τον φέρνει.

Την επομένη κομμάτι έπεσε ο καιρός και τέσσερα ρυμουλκά μ' ένα μεθοδικό πιλότο,
   [θάλεγα σαν τον δικό μας καπταν Αντώνη Τζίρμπη στο Περαία, μας βάλανε στο λιμάνι
και επιτέλους φάγαμε ένα ζεστό σιχτήρ-πιλάφ αφιερωμένο στο σιχαμένο Στούαρ
 [που τελικά δεν ήταν ηλίθιος μα πήγε να κάνει οικονομία στον πλοιοκτήτη το καραμάνι. 



* Αφιερώνεται στο σημαιοφόρο Νίκο Βασιλόπουλο... φιλαράκι μου στα αρματαγωγά παλιά και μπαρκαρισμένο πια για πάντα στους ουρανούς. 
______________________________________________________________________________

Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". Βιωματικό έμμετρο έργο
του Οδυσσέα Ηβιλάγια Νο 62 / e-mail: pmataragas@yahoo.com
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga
_______________________________________________________






   σπασμένος κάβος 


Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Άσπρη σκόνη



          "Ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής
                                             [από το Τζιμπουτί,
          στην κάμαρά μου ερχότανε 

                                       [γελώντας να με βρει,

          και `λεγε πώς καπνίζουνε

                                        [στο Αλγέρι το χασίς,

          και στο Άντεν πώς χορεύοντας

                               [πίνουν την άσπρη σκόνη,

          κι έπειτα πώς φωνάζουνε

                                       [και πώς μονολογούν,

          όταν η ζάλη μ’ όνειρα

                                [περίεργα τους κυκλώνει."
_______________________________
                             Νίκος Καββαδίας από το Μαραμπού



(Ίσως το πλοίο του ποιητή της θάλασσας,
                                [του συνάδελφου Νίκου.... του μαρκόνη,
δεν έτυχε να πάει στη σκάλα* να φορτώσει
                    [εκεί που "ήπιαμε" 'μείς την άλλη άσπρη σκόνη,
γιατί 'ναι πιότερο από βέβαιο,
                                                  [πως κάτι θα έγραφε για δαύτη,
και για όσα άλλα φρικιαστικά
κι απίστευτα
           [
θάβλεπε στα ταξίδια του να σερβίρονται στο ναύτη)

                        __________


Ένα φορτίο άσπρης σκόνης*
                          [με το παναμέζικο καράβι
απ' το λιμάνι των πειρατών,
         [στη Καραιβική, είχαμε παραλάβει,
που κατάλευκη ήταν σαν το χιόνι...
και ίσως χαρμανιασμένο
                        [να μύτιαζε πρεζόνι,
αν θα την έβλεπε
                       [έτσι λευκή κι αφράτη,
που σίγουρα θα μπερδευόταν
               [και θα την έβαζε στο μάτι !
      
Διαδώσανε ότι είν' τριψίδια
               [από μαϊμού "φώ" πορσελάνη,
μα όλως τυχαίως κρυφάκουσε,
                   [ένα χιωτάκι τζόβενο αλάνι,
πως είν' από... κόκκαλα
                          [το φορτίο μας η σκόνη,
κι όλους εμάς φρικάρει
                                      [κι αναστατώνει...

Το έκρυψαν, από το φόβο μας
                [λέει, να μην.... "χεστ@@με"*,                   
και να δουλέψουμε
    [μέσα σε κοκκαλόσκονη, αρνηθούμε,
ή διόλου μέσα στο καράβι
                                      [εμείς να μπούμε,
με το μακάβριο, αν ήτανε αλήθεια 
                        [περίεργο λευκό φορτίο,
άσχετα αν στην αρχή 
                             [το ρίξαμε στ’ αστείο !

Έτσι σαλπάραμε μια μέρα
με ένα λυσσασμένο αέρα...
παρέα με την άσπρη σκόνη  
που στα ρουθούνια 
                    [αυτή τρυπώνει.

"Ρε, κάτι σαν ανθρωποφάγοι
γενίκαμε".....  είπα στον Άγη,
"αχ, παλιοτύχη μου πουτάνα,
κάλλιο η «σκόνη του Τιτάνα»,*                            *φόρτωση τσιμέντου στο πλοίο, 
τουλάχιστον αυτό ‘ταν χώμα
και όχι κάτι....  από πτώμα".

Αυτή η αλλόκοτη ιστορία,
που μου συνέβη μες τα πλοία,
και μάλλον, θα ταρακουνήσει,
κάποιον που πρόκειται,
            [ο αγαθός να ξεκινήσει
μ' όνειρο κόσμους να γυρίσει,
και τόπους νέους να γνωρίσει... 

Θάχουν κι αυτόν,
                [παραμυθάδες παρακινήσει,
κι όταν θα δει το "τι βερύκοκο εστί"
                       [τότε θα τους σιχτιρίσει
που τούταξαν δόξες,
                    [στολές και μεγαλεία,
καλοπέραση τουρίστα
      [μετά χλιδής μέσα στα πλοία",
κι ότι στις γκόμενες 
             [σε κάθε πόρτο θε να πήξει,
αυτό που λένε δεν θα ξέρει
         [ποιάνε για να πρωτοπηδήξει...

Όσο για χρήμα... τις τσέπες του
                                [κάργα θα τις γεμίσει,
ματσός θα γίνει εύκολα και γρήγορα,
           [πίσω μαχαραγιάς θε να γυρίσει!

Μα όταν πέσει..,.. στη παγίδα,
και πριν ακόμα δει
              [την πρώτη καταιγίδα,
έντρομος θα διαπιστώσει
                      [πως όλα ήταν πλάνη !
την φυλακή του συνειδητοποιεί 
  [κι τ' όλο πράμα τότε το "πιάνει" !                                *αργκό: αντιλαμβάνεται                           

Μα είναι αργά πια φιλαράκο !...
                [Εάν... και όποτε γυρίσεις,
τίποτα, μα τίποτα, δεν θάναι ίδιο,
                 [με δέος θα αναγνωρίσεις
ότι αποξενώθηκες... ίσως οριστικά,
             [από τον τόπο τον δικό σου,
θα ψάχνεις να βρεις πού είναι
                [ακόμη και ο εαυτός σου...
μα, το πιο απογοητευτικό,
                        [το χειρότερο απ’ όλα,
είναι.... πως ακόμη και
        [σ' ότι έσπασε αν βάλεις κόλλα,
μη περιμένεις τίποτα πια να κολλήσει,
γιατί στη καινούργια σελίδα 
                                     [που έχει γυρίσει,
μέσα εσύ δεν είσαι
                 [και το κενό που ‘χες αφήσει,
αλλοίμονο..... φίλε μου
                      [ποτέ αυτό δεν θα γεμίσει...

Γι αυτόν που δεν θα καταλάβει,
        [αυτά που γράφω και το συμπέρασμά του,
θάναι πως... έχω "βλάβη"...
                             [θα το ακούσει με τ’ αυτιά του,
όταν στην κόλαση θα πάει και θα ρωτάει,
                                    [τους ναυτικούς, που κολασμένοι
βράζανε μία ζωή σε καζάνι στο καράβι
  [πώς τα κατάφεραν και κει να βράζουν οι καημένοι.
_____________________________________
                


Σκάλα φόρτωσης




Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". Βιωματικό έμμετρο έργο
του Οδυσσέα Ηβιλάγια Νο 61 / e-mail: pmataragas@yahoo.com
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga








   σπασμένος κάβος