Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Οι μισθοί των απόντων

ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ (12)



Οι μισθοί των απόντων

Στον Περσικό τον κόλπο
ο άμοιρος γυρίζω πάλι,
ίδια η ζέστη αφόρητη,
σουρνόμαστε, ένα χάλι.

Το σύμπαν γύρω καίγεται,
η λαμαρίνα πυρωμένη,
γκαζόβρομα στις μύτες μας,
τοξικο-δηλητηριασμένη.

Στη βάρδια μου τα είχα φτύσει.
μες το λιοπύρι πά στη βράση,
στις δώδεκα είχα αρχίσει,
τα πάντα ήδη είχαν ανάψει,
ξάπλα δε ήταν εμπρός μου
αισθήσεις να 'χει χάσει
ο Ίων Ζούρας, ο βοηθός μου.

Καθόλου ασυνήθιστο
κάποιος ενίοτε να πέφτει,
πενήντα φίλε μου βαθμοί
Κελσίου και πώς ν' αντέχει
να κάνει και δουλειά τριών ! ?

Ήταν στο πλοίο "Ελικών"
κι αλήθεια, ήμασταν λίγοι
γιατί δυό τρεις μισθούς
καθένας μας τους ''πνίγει'',
δηλαδή δυό τρεις μισθούς
καθένας μας τσεπώνει,
άλλως, την κάθε πρώτη,
τα άντερά του ενθυλακώνει.

Εμφανής η ελλιπής
του πλοίου μας η σύνθεση
έβγαζε μάτι δηλαδή
εκείνη η αντίθεση
απ' ότι λέει καθαρά,
του ναυτικού δικαίου ο νόμος.

Πλήρωμα κάπου μισό,
ναι.... όντως παρανόμως,
έμοιαζε έτσι η δουλειά
σαν σε μεσαιωνική γαλέρα.

Στο θέμα των απόντων
θυμάμαι φωνές μια μέρα,
συνέχεια είχαμε εντάσεις
και μόνιμες θα τις έλεγα 
καυγάδων δαύτες τις τάσεις.

«Δεν θα δουλεύουνε
ωρύετο ο καπτα Χρήστος,
σαν είλωτες ρε ‘δω μέσα
ούτε στο βρόντο...» κι ίσως
για τις συνέπειες αδιαφορούσε 
καθώς του εφοπλιστή το μίσος
από καιρό είχε κερδίσει
γιατί του έμπαινε και γι’ άλλα,
για κάτι “πτώματα” παράδειγμα
που τρώγανε με την κουτάλα
και παρακάτω εξηγώ
γιατί αυτό το μεταξύ τους μίσος.

“Πτώματα” ονομάζανε
ο εφοπλιστής κι ο Χρήστος        
τους ναύτες που “δεν υπήρχαν”
κι εκείνοι γράφανε πως ήταν
πλήρωμα στο καράβι…   

Ο εφοπλιστής έτρεμε
τίποτα μην καταλάβει
ο συνεταίρος του στο Σίτυ*,
ότι μοιράζονταν με τον αγύρτη
τον καπτα Χρήστο τα λεφτά
από τα παχυλά μισθά
που χρέωναν για τους απόντες
κι από τα κάργα οβερτάγια*                                    *υπερωρίες

Μ’ αυτόν τον εφοπλιστή κανάγια
επεισόδια γενίκαν κι άλλα,
ο ένας τον άλλον είχε απειλήσει,
ο κάπτεν ότι στο Σίτυ θα τον δώσει
και ο άλλος πως θα τον απολύσει…

Θυμάμαι ο Χρήστος του είχε πει,
«Μέγιστος είσαι μ@@κας
και λωποδύτης και ληστής,
και το ρεντίκολο της πιάτσας!»

Με πλήρωμα προκλητικά ελλιπές
κινάμε πάλι απ' το Καράκας,
για του “Ορινόκο” τις εκβολές   
στο ψευτολίμανο του Πορτοχέρο.

Βαρέως εγώ το φέρω
που ‘χαμε νεκρό τον Πρώτο
ενώ φορτώναμε βρομόλαδο
όπως σε κάθε άλλο πόρτο
και ασυνήθιστος στη κουβέρτα
για εντολές και σούρτα-φέρτα
λόγω της ελλιπούς της σύνθεσης,
με το κεφάλι βρήκε σε μια κόχη.
όπως η τύχη μου μένα τόχει
στη βάρδια μου έπεσε πάνω.
                                   
Εκ υστέρων βάνω
το νου μου σε δοκιμασία,
του μαστο-Λιά η ατυχία
με τυραννάει σαν αμαρτία 
που μπάρκαρα σε τέτοια πλοία,
φτάνει να σκεφτείς πως δέκα
τα ξένα βαπόρια στη κουβέρτα 
βγάζανε στο σπατσάρισμα
(δεξαμενών φουλάρισμα)
κι εμείς μονάχα δυό νομάτοι,
πού να πρωτοβρούμε άκρη...
πού κάποιος να πρωτοκοιτάξει,
τον έλεγχο σίγουρα θα χάσει
αφού… “αν πλώρα εσύ μετράς,
ίσως σου υπερχειλίσει η μέση
και θα συντριβανιάσει,
λαχείο θα σου πέσει
μαύρο, λερό και βρωμερό
το ακατέργαστο πετρέλαιο,
θα φτάνει ως τον ουρανό
και σένα θα βρίζουν κατά κόρον,
"Διά ρύπανσιν είς τόν χώρον".
Πρόστιμα, άγχος, φυλακίσεις,
και για σύνθεση ελλιπή.
          
Μα πρώτη του μηνός πρωί
σαν κάνεις το ταμείο εκεί,                                                                                   
βλέπεις σαν θησαυρός
να μοιάζει ο τεράστιος
του “κίνδυνου ο μισθός”,
με την διπλή την αμοιβή,
και κατά περίπτωση μπορεί
νάναι ακόμα και τριπλή !

Τώρα αν έχεις κότσια                                               
και για τα κοντραμπάντα*,                         * ψιλολαθρεμπόριο
εδώ δεν σου λέω τίποτα,
η φτώχεια κάνει στη μπάντα!

Τον Πάνο τον παλιό μου φίλο,
που δούλευε ναύτης αλλού
πάνω από χρόνο αυτός με ζήλο
στο Λίμπερτυ ''ΣΟΛΑΡΙΣ'',
συνάντησα στη ραφιναρία...
Δούλευε μούπε σαν χαμάλης,
κι έπαιρνε λεφτά της πλάκας,
σαν είδε του πλοίου τη διαδικασία 
μούπε «...αισθάνομαι μ@@@@ς».

Τα λέγαμε έξω στη καντίνα
και άνθρωπος της εταιρείας
ήρθε, όπως πάντα από την Αθήνα
με τους μισθούς της ευκαιρίας,
ο Πάνος χρήμα είδε να ρέει
(ποτέ δεν κάναν μαυρο-πληρωμές
μέσα στο ίδιο το καράβι,
τα μέτρα τους είχαν λάβει).

Δεν άντεξε ο έρμος Πάνος
σαν είδε την δολαριο-σακούλα
που στα κρυφά του άνοιξα
με φόβο και στη ζούλα.
«Σαν νάκανες μούπε ληστεία,
και κουβαλάς εσύ τη λεία»
βλέποντας “πράσινα” νάν’ γεμάτη
του γύρισε θάλεγα το μάτι,         
        έτσι που είδε να τρέχει ο παράς
είχε καταζηλέψει ο φουκαράς !
Του είπα «Αυτά μην τα κοιτάς
είμαι ως το λαιμό στη λαμογιά, 
στα κοντραμπάντα, στα σκ@@ά,
δεν είν’ ρε Πάνο αυτά για σένα
δεν είσαι λαμόγιο σαν και μένα»

Δεν πίστεψε ούτε ένα
από αυτά που είπα,
κι έφυγε για την “τρύπα”
του Λίμπερτυ* τη καμπίνα.                  * πλοία του Β' Παγκόσμιου πόλεμου

Θυμάμαι τα μάτια του εκείνα
στου πυρετού την απληστία
να με κοιτάν με δυσπιστία
«Άς τα σάπια μούπε μαφία...»

* Αφιερώνεται στον παιδικό φίλο και γείτονα στη Φωκίωνος Νέγρη στη Κυψέλη, Παναγιώτη Κορκοβίλη που μετοίκησε απ’ τις Κολλίνες Τριπόλεως.


Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". Βιωματικό έμμετρο έργο 
του Παναγιώτη Β, Ματαράγκα  / No 12/ e-mail: pmataragas@yahoo.com / 
Επιμέλεια - κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga


  σπασμένος κάβος  

1 σχόλιο:

  1. ΟΠΩς ΤΑ ΓΡΑΦΕΙς ΜΑΣ ΓΥΡΝΑΣ ΠΙΣΩ ΜΕ ΤΟΝ ΩΡΑΙΟΤΕΡΟ ΤΡΟΠΟ ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΡΕΧΕΙ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΚΑΙ ΠΙΟ ΖΩΝΤΑΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΖΟ ,,,ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΔΥΣΚΟΛΟ ΒΕΒΑΙΑ..ΣΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑΤΙ ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΜΕ ΙΔΙΑ ΕΝΤΑΣΗ ΟΠΩς Ο ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ,,ΝΑΣΑΙ ΚΑΛΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.