ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ
Για τα πληρωμένα χάδια,
πριν πετάξουμε βιλάγια,* *σχοινιά που δένουν το πλοία
η που@@να στην προβλήτα,
το καλοσκέφτηκα μα είπα,
με πρόληψη τί θα πάθω ;
'δω δεν σκιάχτηκα τον μπάφο....
Μου λέγαν μικρέ να την γ.......
πως είσαι μάγκας να αποδειξεις
και κάνα 'φροδίσιο αν κολλήσεις
διόλου να μην ανησυχήσεις
θα είναι...... το παράσημό σου !
κείνο πούξερες τον εαυτό σου,
όπως και τον ρομαντισμό σου,
άφησες στου Πειραιά τον ντόκο,
και άκου δω στραβάδι στόκο,
στο γραφείο που υπογράφεις,
στο καράβι πως θες νάρθεις,αυτό ναι κι η καταδίκη
της ζωής σου η υποθήκη
που την έβαλες για πάντα.
σε λαμαρίνα ή σε μπράντα,
που την έβαλες για πάντα.
σε λαμαρίνα ή σε μπράντα,
να κοιμάσαι στο φτερό,
της βαπορέτας να πιεις νερό
σε χρώμα ενίοτε καφέ θολό,
και τύπους χωρίς καν όσιο και ιερό.συχνά να συναναστραφείς,
όσο για τα περί τροφής
κατεψυγμένο βόδι 30 ετών,
νοτιοαμερικάνικων αποθηκών
κατεψυγμένο βόδι 30 ετών,
νοτιοαμερικάνικων αποθηκών
που όργωσε την ήπειρο τη μισή
θα τρως χωρίς διόλου υπερβολή,
από την αγορά ότι πιο σκάρτο βρει
ο λωποδυτο-σιψάντης θε να φέρει,
Το ματσακόνι δεν θάχει μεσημέρι
θ' αποζητά τ' αυτί σου ησυχία
και στα λιμάνια θάχουνε συναυλία
οι γερανοί οι μπίγες και τα κρένια
βάσανο επαναλαμβανόμενο για μένα
σαν το καράβι θάναι καλοδεμένο,
με σπρινγκ* και κουτούκια σφαλισμένο
(τα σπρινγκ μποδίζουν κίνηση μπρός-πίσω,
τα δε κουτούκια στο ντόκο να το κολλήσω.)
και θα κρατάς συ την μπαγκέτα,
καθώς προβλήματα θάχεις πακέτα
μόνος σου πρέπει να λύσεις,
και κάθε μ...... ν' αντιμετωπίσεις,
να προσλάβεις, να απολύσεις,
ενώ γραμμάτιο θα νιώθεις ξοφλημένο
Θα λες σε κάθε χώρα, σε κάθε πόρτο,
αόρατος ξένος θάσαι στην ξενιτιά,
και θα ξεγελάς τον εαυτό σου
με περιθωριακό ενίοτε τρόπο,
είτε ρομαντζάροντας με που@@νες,
[είτε μπορεί και πίνοντας το χόρτο".
Στα πόρτα, σαν καμιά προβλήτα
για εξυπηρέτηση δεν περιμένει,
στο Πόρτο Ορντάζ, Βενεζουέλα...
Φτάνοντας, γραμμή τραβήξαμε
για τα μπ@@έλα.
κάποιες θυμίζανε Σπανιόλες.
πίσω τους όλοι οι τοίχοι.
Γκαρσόνες ατσαλα-πρόχειρο-βαμμένες
φέρνουνε κούμπα-λίμπρες και σερβέζες* *ρούμι και μπύρες
Υπονοούμενα και προστυχιές,
συνέχεια οι κοπελιές πετάνε,
Η κάθε μιά θέλει τα πέσος σου,
και αγωνιά να τη διαλέξεις,
Μισοκρυμμένοι βέβαια
[και οι σκληροί νταβάδες
χειρονομούνε βρίζοντας
[ακόμη και τις τσατσάδες,
κι εγώ μιά μικρολέρα,
πήγαινα όπου... με πήγαινε
του τσούρμου πάντα το κύμα,
λες κι ήμουνα των παλιών ναυτών
[θα έλεγα το χτήμα.
Κάποιοι πέφτανε
και στην λεγόμενη την παραμύθα
μα εγώ ούτε καν δοκίμασα...
μα την αλήθεια,
από μικρό παιδάκι,
και τα δυό ποδάρια,
έτσι ποτέ με της παραίσθησης
δεν έπαιξα τα σημαδεμένα ζάρια,
απόφαση πήρα, από αυτά,
μη καταπιώ ούτ' ένα χάπι,
κι αμέσως.,.. στο πιτσιφύτιλο....
σε χρόνο "ντετέ"* που λένε κάποιοι * γαλλ. En temps de technologie
άφηνα τέτοιες πλανεύτρες
μυστικο-περίεργες-παρέες,
της "παραμύθας".
Εκείνη λοιπόν τη μέρα εξόδου,
σε κατάσταση ενώ 'ταν σκνίπας
με δυό από δαύτες.
μιά κοκαλιάρα,
και κείνη "υποτάχτηκε"
γονατιστή συγγνώμη ζητούσε η δόλια.
Ότι υπήρχε τέτοιος "κόσμος",
[εδώ τον έμαθα, γιατί απ' τα Σεπόλια
έφυγα 14άρης για τη σχολή της Ύδρας
εσώκλειστος (άλλη ετούτη ιστορία),
έτσι για το πως συμπεριφέρονται
στη τρυφερίτσα, η γνώμη μου ήταν αστεία.
Στο επεισόδιο λοιπόν με τον καυγά,
έπαθα σοκ, μα γιατί παιδιά ρωτούσα
ενώ 'νιωθα της ζωής όλη την αγριάδα,
καθώς πλέον κατάματα την κοιτούσα.
και της "κοινωνίας πράμα φτυσμένο".
η κοινωνία είναι των άλλων ρε γαμώτο,
γιατί θα είναι δίπλα σου, μα μακριά,αόρατος ξένος θάσαι στην ξενιτιά,
και θα ξεγελάς τον εαυτό σου
με περιθωριακό ενίοτε τρόπο,
είτε ρομαντζάροντας με που@@νες,
[είτε μπορεί και πίνοντας το χόρτο".
Στα πόρτα, σαν καμιά προβλήτα
για εξυπηρέτηση δεν περιμένει,
η διαδικασία είναι πάντα ίδια,
προκαθορισμένη,
κι ας πάμε για παράδειγμα,στο Πόρτο Ορντάζ, Βενεζουέλα...
Φτάνοντας, γραμμή τραβήξαμε
για τα μπ@@έλα.
Τεράστιες αίθουσες...
τις έλεγες και σάλες
γεμάτες γυναίκες...
μικρές μα και μεγάλες,
κάπως ακαθορίστου ράτσας,κάποιες θυμίζανε Σπανιόλες.
Γριές τσατσάδες με λεκάνες...
διακριτικά μέσα σε όλες,
που όταν δεν έκλειναν ερωτοναύλους
κριθήκαν ακατάλληλες για τη δουλειά,
και σαν τα παλιά βαπόρια
απενεργοποιηθήκαν πιά.
Σπανιόλικοι ρυθμοί ακούγονται,
που τους νοθεύουν ερωτοήχοι
από τα καμαράκια που κρύβουνε,πίσω τους όλοι οι τοίχοι.
Γκαρσόνες ατσαλα-πρόχειρο-βαμμένες
φέρνουνε κούμπα-λίμπρες και σερβέζες* *ρούμι και μπύρες
μισοελληνικά μας βρίζουνε γελώντας,
παν' κι έρχονται τα μ....κες και μπ...νέδες.
Υπονοούμενα και προστυχιές,
συνέχεια οι κοπελιές πετάνε,
την προσοχή των σουρωμένων
και καλά για να τραβάνε.
Η κάθε μιά θέλει τα πέσος σου,
και αγωνιά να τη διαλέξεις,
μαζί της, στον αγοραίο έρωτα
να ψευτοταξιδέψεις.
Μισοκρυμμένοι βέβαια
[και οι σκληροί νταβάδες
χειρονομούνε βρίζοντας
[ακόμη και τις τσατσάδες,
τα ίδια κάνουν και στη δικιά τους,
το κατ' αυτούς εμπόρευμά τους
και άμα λάχει δείχνουν,
[κι αλλιώς τον τσαμπουκά τους.
Πιτσιρικάς μεν αλλά θαμώνας τακτικός,
ο άβγαλτος 'κει πέρα,
και μην νομίζεις πως δεν ήμουνακι εγώ μιά μικρολέρα,
πήγαινα όπου... με πήγαινε
του τσούρμου πάντα το κύμα,
λες κι ήμουνα των παλιών ναυτών
[θα έλεγα το χτήμα.
Κάποιοι πέφτανε
και στην λεγόμενη την παραμύθα
μα εγώ ούτε καν δοκίμασα...
μα την αλήθεια,
όχι πως είμαι του κατηχητικού
κάνα αθώο παπαδάκι,
χ...στης μεγάλος ήμουνα.....από μικρό παιδάκι,
και μόνο η ιδέα μ' έσκιαζε
πώς ίσως να "το μάθω",
και ότι η ζωή μου για τα καλά
θα πήγαινε στον πάτο,
αυτή η σκέψη τελείως μούκοβε...και τα δυό ποδάρια,
έτσι ποτέ με της παραίσθησης
δεν έπαιξα τα σημαδεμένα ζάρια,
απόφαση πήρα, από αυτά,
μη καταπιώ ούτ' ένα χάπι,
κι αμέσως.,.. στο πιτσιφύτιλο....
σε χρόνο "ντετέ"* που λένε κάποιοι * γαλλ. En temps de technologie
άφηνα τέτοιες πλανεύτρες
μυστικο-περίεργες-παρέες,
κι ας μου ψιθύριζαν και μ' έψηναν
πως είναι τρέλα, είναι ωραίες,
κι ανεπανάληπτες οι στιγμέςτης "παραμύθας".
Εκείνη λοιπόν τη μέρα εξόδου,
σε κατάσταση ενώ 'ταν σκνίπας
πλακώθηκαν για τα καλά
κι είδαμε ξεμαλλιάσματα και φάπες
στην σαλα-αίθουσα που λέγαμε, με δυό από δαύτες.
Ένας απ' τους νταβάδες
που ήτανε ώρα στη τσίτα,
νευροζοχαδιασμένος,
και σίγουρα βέβαια πίτα,
ρίχνει δύο κλωτσιές
και μία σβουριχτή σφαλιάρα
σε μια απ' τις συμπλεκόμενες,μιά κοκαλιάρα,
και κείνη "υποτάχτηκε"
γονατιστή συγγνώμη ζητούσε η δόλια.
Ότι υπήρχε τέτοιος "κόσμος",
[εδώ τον έμαθα, γιατί απ' τα Σεπόλια
εσώκλειστος (άλλη ετούτη ιστορία),
έτσι για το πως συμπεριφέρονται
στη τρυφερίτσα, η γνώμη μου ήταν αστεία.
Στο επεισόδιο λοιπόν με τον καυγά,
έπαθα σοκ, μα γιατί παιδιά ρωτούσα
ενώ 'νιωθα της ζωής όλη την αγριάδα,
καθώς πλέον κατάματα την κοιτούσα.
Από νωρίς όταν ξεκίνησα
απ' του Περάματος τη ράδα,* *αγκυροβόλιο
σαν πρωτοβγήκα στραβάδι
απ' του Περάματος τη ράδα,* *αγκυροβόλιο
σαν πρωτοβγήκα στραβάδι
[με τα καράβια περατζάδα
κι όπως κυλάγανε τα χρόνια,
[η βαρβαρότητα, φαινόταν
όλο και πιο απαίσια, καθώς,
σιγά σιγά αποκαλυπτόταν
όλη η ασχήμια αυτού του κόσμου από νωρίς
κι όπως κυλάγανε τα χρόνια,
[η βαρβαρότητα, φαινόταν
όλο και πιο απαίσια, καθώς,
σιγά σιγά αποκαλυπτόταν
όλη η ασχήμια αυτού του κόσμου από νωρίς
[μ' αργά για μένα, τίποτα πλέον δεν γινόταν.
_____________________________
Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος", βιωματικό έμμετρο έργο
του Παναγιώτη Β. Ματαράγκα / No 25/ e-mail: pmataragas@yahoo.com /
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga
__________________________________________________
του Παναγιώτη Β. Ματαράγκα / No 25/ e-mail: pmataragas@yahoo.com /
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga
__________________________________________________
σπασμένος κάβος

_as_the_boat_moors_in_Fort_Lauderdale,_Fla.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.