Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Ποιός π.... έφαγε το φαΐ της βάρδιας ;

ΤΟΤΕ, ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ




Στο μικρόκοσμο του καραβιού


Από καιρό τον είχα άχτι
τον Στούαρ* Πλακορμάτη                                   *αρχικαμαρότο
τον άρπαξα δε απ' το πέτο,
και τού 'πα πως..''μπουκέτο*                                 *μπουνιά
καθίκι θα φας στη μούρη,
αν γλυφτο-παλιολυγούρη,
ξαναφήσεις φουκαράδες
νύχτα νηστικούς στις βάρδιες,
και τις ψωμιέρες άδειες...
Τη νύχτα αλήτη τί θα φάνε ?
θέλεις για εσένα να μιλάνε
ξεφτίλα στα γραφεία
πως έκανες οικονομία...



Δεμένοι στις μπίντες (δέστρες)
βροχή πα στη προβλήτα πέτρες
από το κυλιόμενο συνέχεια λάστιχο,
ενώ ο Φόρμαν* κρατάει κατάστιχο 
πώς το φορτίο χαπιάρεται όταν μπαίνει,
λοξοκοιτάει κι όποιον μπαινοβγαίνει,
τραχύς κόκκινο-ινδιανο-Αμερικάνος,
έκανε μπαμ ότι 'τανε ρουφιάνος.

Πήγα βόλτα κι έξω απ' την πύλη
σα νάφαγα ήταν σκαμπίλι,
γιατί 'δα ο έρμος κάτι πλάσματα,
που μόνο σαν οράματα
ερχόνταν στο μυαλό μου,
στον διαρκή αποκλεισμό μου,
κάπου στην Άπω Ανατολή,
πούχε το πλοίο εγκλωβιστεί,
γιατί 'χε χρονοναυλωθεί
να κάνει ένα πήγαιν' έλα χάλι
από μια ζούγκλα σ' άλλη,
κείθε γυναίκα με το κυάλι.

Γι αυτό κι ήταν σκαμπίλι
το θέαμα έξω απ' την πύλη,
περνούσαν κάμποσες και είδα
κορίτσια μετά την Φρεαττύδα,
πριν δυό έτη... που είχαμ' αράξει,
με τον μαρκόνη τον Θανάση,
με μπαργούμεν δυό κουκλίτσες
πίνοντας με πλάι τις βαλίτσες.

Αμερικάνες με παντελόνια,
και κορδωμένες σαν παγώνια,
ξέχειλες από υπεροψία
δηλαδή, κάτι όπως Αγγλία,
μπροστά μου σουλατσάριζαν



και βίαια στραπατσάριζαν,
τα ναρκωμένα μου ένστικτα
και τα σημεία τα ευαίσθητα.

Γυναίκες παντελονωθήκαν
απόκρυφα αποκαλυφθήκαν
και νομοθέτες την πατήσαν
κι αρσενικοί που κυβερνήσαν,
και γλύτωσε η κοινωνία
από την παλαβο-υστερία
κι ένστικτα απ' τη παρανομία''.

Χαμπάρι δεν πήραμε την αλλαγή
στη ζούγκλα οι ναύτες σχεδόν στραβοί
που πάντα βεβαίως κατόπιν εορτής
γινόμαστε γνώστες κάθε αλλαγής,
κι έτσι κοιτάζαμε σα χαζεμένοι
τις εξελίξεις αποχαυνωμένοι,
που πρωτοείδαμε γυναίκες έτσι !!

Πάμε να γίνουμε έξω φέσι,
ποιος ξέρει αν ξαναμπορέσει
να βγει "ο ναύτης στη στεριά"
γιατί πολύ πέφτει δουλειά
με τα φορτοεκφορτωτικά,
σπάνια στα πόρτα είν' τα ρεπά...

Μετά σε μπουρ@λο με τη μούρη
μπήκα με όλους και μαστούρι,
βγήκα σουρνάμενος, πρωί πρωί...

Όπως και κάθε αυγή,
στη βάρδια τέσσερις οκτώ,
σκεπτόμουν πάλι το Τολό,
που μούχε κάνει μάγια
μία γριά σαν κουκουβάγια,
που τότε μου την είχε φέρει,
όταν μου κοίταξε το χέρι,
και μου 'φαγε είκοσι φράγκα,
για να μου πει πως 'η μαρμάγκα*                                  *θα πάθεις κακό
θε να σε φάει μες στα πλοία,
με άγχος και με αγωνία,
θα τρέχεις από πρύμα-πλώρα*''.

Ετσι και τρέχω εγώ τώρα
απ' το πρωί, που λέν' Αρόρα*                                         *Aurora
Εγγλέζοι και Αμερικάνοι*,
κι ακούω...  ξεκίνα.. καραμάνι*,                                     *ναυτ. σκλάβε
άργησες οχτώ πήγε η ώρα...
μην επαναληφθεί, άντε με φόρα
για να μινιάρεις αφού ξύσεις
μουράδα και να καθαρίσεις
μετά του κομβοθέσιου τις τουαλέτες''.

Με τη μπουκιά, μάτια ή ομελέτες,
βγαίνουνε μπρος στον καθρέφτη*                                *Η πρόσοψη της καμπινο-κατασκευής
κι άλλοι... κι όλους μας ''βλέπει''
ο γραμματικός* από ψηλά                                               *Υποπλοίαρχος
στη γέφυρα που χασκογελά
γλύφοντας και τον καπτα Ντίνο.                                    *Κολακεύει τον πλοίαρχο

Μα τώρα σας αφήνω,
τη διήγηση θα τη φρενάρω
γιατί θα πάω να μινιάρω*                                                *Να βάψω με μίνιο
μουράδα* για να βάψουν,                                                *άκρη
καθώς κοιτάν και δεν θα πάψουν
τα συνεχή.... "εδώ 'σαι ακόμα?”

Βάζω στον καφέ μου πώμα,
το βράδυ θάμαι πάλι πτώμα.


__________________________________

 Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". βιωματικό έμμετρο έργο
 του Παναγιώτη Β Ματαράγκα / No 17/ e-mail: pmataragas@yahoo.com /
 Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga


  σπασμένος κάβος  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.