Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Γιοκοχάμα - Κρήτη



Εννιά Φέτες ψωμί



Φύγαν απο Γιοκοχάμα
με εντολή λουκούμι, θάμα,
για να πιάσει* το καράβι
Κρήτη, να παραλάβει
μπόνγκερ* στόρια,*                                       *καύσιμα      *εφόδια
σπέαρ* για τη μηχανή,                                  *ανταλλακτικά 
κι ευθύς τροφοδοτηθεί,
μη μείνει εκεί ούτε στιγμή
φισέκι να πάει Αμερική,
μπας τρέξει υπερημερία,
το ναυλοσύμφωνο κηδεία
τότε θα κάνει στα θυλάκια
τ΄αφεντικού και τα δουλάκια
το πλήρωμα, θα την πληρώσει
τα οβερτάγια* θα μειώσει,                           *υπερωρίες
ή τέλος πάντων ότι βρει
χαμένος πάντως να μη βγει


Φτώχεια, μιας εποχής
μεταπολεμοκατοχικής,
να δούνε τον κουβαλητή
για Κρήτη πάνε όλοι μαζί,
συγκινημένοι που θαρθεί,
αν και θα ήταν για μια ώρα,
δέλεαρ το πως φέρνει δώρα..


Κάμαρα που ούτε στροφή
δεν έπαιρνε κανείς αν μπει,
χαρτόκουτες, κασόνες,
και μπόγοι στη γραμμή.

Δικα σας όλα λέει αυτά..."
φορτώθηκαν για τα καλά !

Στο τελωνείο του Πειραιά
πήγανε όλοι, κι η γιαγιά.
Σερβίτσια "μέιντ ιν Τζαπάν",
μαζεύτηκαν πολλοί, κοιτάν,
παιχνίδια, δώρα, μηχανές,
ότι τραβάει η ψυχή που λες.

Σκέφτηκα, δίκιο ήταν λοιπόν
που το επάγγελμα αυτών,
των προνομιούχων ναυτικών,
πόθος μεγάλων και μικρών !
ήταν στην εποχή εκείνη
που απ' όλων σβήστηκε τη μνήμη.

Έφερε δώρα ένα σωρό.
όλοι χαρούμενοι εδώ,
οι μοιρασιές...? Ένας χαμός.

Όμως, πού νάν’ ο Ναυτικός ?

Το πλοίο λύνει βιαστικά
εκείνα τα χοντρά σκοινιά.
την προκυμαία αυτός κοιτά,
και ένα δάκρυ του κυλά
που το σκουπίζει στα κρυφά,
να πάει στη βάρδια βιαστικά..

Αισθήματα χρηματομηχανής
δεν πολυνοιάζεται κανείς,
είπαν γι αυτόν, Τί ευτυχής!
δεν υποψιάστηκε ουδείς,
πως δυστυχούσε ο δυστυχής.


Η ιστορία πούπαμε εδωνά
είν' απ’ τον πόλεμο* μετά,                           *Β' Παγκόσμιος                     
ακόμη εμφύλιος κρατά,
φτώχεια και κακομοιριά.

Η πείνα είναι γενική,
κι η "οικογένεια" δυστυχεί.
δεν μένει τίποτ' άλλο πιά...
Διέξοδος...; Η ξενιτειά !

Κατουρημένες, και πολλές,
που θα φιλήσει αυτός, ποδιές,
για να μπαρκάρει επειδή...
καλύτερα έλεγε θα βρει
απ’ τις εννιά* φέτες ψωμί                                  
(είχε οικογένεια εννεαμελή) 
πούτρωγε μία ο καθένας
με το δελτίο στη Κατοχή.
και πέρασαν... χρόνια πολλά
μέχρι να έρθουν μέρες
να τρώνε οι Έλληνες καλά.

Φεύγει λοιπόν καμιά φορά
και όπως διηγότανε μετά,
όλη τη νύχτα μασουλά
σαν βρήκε άφθονα,
μες το καράβι φαγητά.

Απ’ τις πατάτες με τ' αυγά...
μέχρι ζαμπόν, θαλασσινά...
κι ότι στερούνταν γενικώς
η οικογένεια και αυτός.

Με λαμαρίνες θα "ενωθεί" !
Νέα οικογένεια θάν' αυτή !
Χρόνια αγωνίζεται σκληρά,
στέλνει συνέχεια αυτός λεφτά.
Ξέρει, η οικογένεια δυστυχεί
και πάντα η σκέψη είναι εκεί.


Μεγάλωσα... Θαλασσινός
θα γίνω, όπως και αυτός !
Θα μου πληρώσει τις σπουδές,
κι άλλες ανάγκες μου πολλές.

Θα με μπαρκάρει... συνεχώς
γιατί εγώ αγαπητός,

ΣΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝ ΔΗΜΗΤΡΗ
ΜΕ....... ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ
δεν ήμουνα στ’ αφεντικά... 
ποτέ δεν μούδιναν δουλειά.

Θα γίνουμε σαν αδελφοί,
δεκαετίες πια μαζί,
και στον Περαία όποιος ρωτάει,
ντουέτο λέν και λέγαν,
                                που δεν σπάει !                                            


 





Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος", Βιωματικό έμμετρο έργο
του Παναγιωτη Β. Ματαράγκα / No 47 / e-mail: pmataragas@yahoo.com /
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga

______________________________________________________ 



* Σημείωση: Στη Κατοχή ο πληθυσμός τρεφόταν με "δελτίο τροφίμων". 
                       Κάθε μέλος της οικογένειας εδικαιούτο μία φέτα ψωμί την ημέρα.... 
                       Η μάνα μου έπαιρνε τις εννέα φέτες από τον κυρ Παναγιώτη στην
                       Αυλώνος στα Σεπόλια, κι όλοι απ' την ουρά τον έβριζαν τον άμοιρο
                       γιατί της έδινε τόσο πολύ, δεν πίστευαν πως ήμασταν εννέα.....


   σπασμένος κάβος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.