Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Οι μισθοί των απόντων



  Στον Περσικό* γυρίζω πάλι,      *Περσικός κόλπος
    ίδια ζέστη κι ίδιο χάλι.

     Πυρωμένη  η λαμαρίνα,

     και βρώμικη στη μύτη σφήνα
     του πετρέλαιου η οσμή,     
     να κλείνει την αναπνοή.

Στη βάρδια μου τα είχα φτύσει.*           *ναυτ: η επίπονη διαδικασία της φόρτωσης
που απ' τις δώδεκα είχε αρχίσει,
το μεσημέρι... πάνω στη βράση,
όπου το σύμπαν είχε ανάψει.

Τις αισθήσεις του είχε χάσει
και ξαπλωμένος ήταν μπρος μου
ο Tσέκουρας ο βοηθός μου.

Επόμενο κάποιος να πέφτει
στο που και που....
                  [πως να αντέχει
ένας να κάνει..... δουλειά τριών ! ?

Ήταν στο πλοίο "Ελικών"
κι αλήθεια... ήμασταν λίγοι...

Λίγοι, γιατί καθένας ''πνίγει''
δυό τρεις μισθούς... 
                       και τους τσεπώνει,
άλλως... ενθυλακώνει.

Έτσι του πλοίου η σύνθεση
ήταν σε πλήρη (!)...
                          αντίθεση
με ότι λέει ο νόμος.

Ναι, όντως παρανόμως
λείπανε οι μισοί...

Έτσι η δουλειά ήταν πολλή
λες κι ήσουν σε γαλέρα.

           Θυμάμαι ένα καυγά μιά μέρα
           γι αυτό το θέμα, των απόντων:
           "... δέν θά δουλεύωμεν είς τόν βρόντον"
           είπε στο "Μπος"* ο καπτα Μήτσος.                   *αφεντικό

             Όλο του εφοπλιστή το μίσος
           αυτός θα εξασφαλίσει
           και σίγουρος πως θα τον απολύσει,
           αποφασίζει να τον βρίσει :

          ''Είσαι γνωστός'' του λέει  ''μ@@κας            
             και το ρεντίκολο της πιάτσας'',
           κι έτσι απ' το Καράκας,
           πάλι κινάμε με ελλιπές
           πλήρωμα για τις εκβολές 
           του Ρίο Ορινόκο...

Τ' ατύχημα  θάχαμε το πρώτο
φορτώνοντας στο άλλο πόρτο.

Όλο το πλήρωμα... όχι αστεία,
στη φόρτωση, στα ξένα πλοία
βγάζουνε στη κουβέρτα,
κάπου γύρω στους δέκα
κι εμείς μονάχα δυό νομάτοι,
πού να πρωτοβρούμε άκρη
πού κάποιος να πρωτοκοιτάξει,
τον έλεγχο μπορεί να χάσει...

Αν πλώρα εσύ μετράς, ίσως... 
                  υπερχειλίσει η μέση
και το "λαχείο" θα σου πέσει
όταν  το συντριβάνι*                                *υπερχείλιση του φορτίου 
από του τάνκι* το ταβάνι                      *αμπάρι                               
θα φτάνει ως τον ουρανό,
από πετρέλαιο ζωντανό
μαύρο, λερό και βρωμερό.

Όλοι θα βρίζουν κατά κόρον,
''διά τήν ρύπανσιν είς τόν χώρον''..

Πρόστιμα και φυλακίσεις,
σίγουρα θα κερδίσεις,
για ελλιπή την σύνθεση στο πλοίο.

Σαν κάνεις όμως το ταμείο,
την κάθε πρώτη του μηνός,
βλέπεις σαν θησαυρός
να μοιάζει ο μισθός,
με την διπλή την αμοιβή,
καμιά φορά δε και τριπλή.....


     Τον Πάνο τον παλιό μου φίλο,
         που σ' άλλο πλοίο αυτός με ζήλο
         δούλευε.... 
                  κι ήταν κι αυτός χαμάλης,
         στο Λίμπερτυ ''ΣΟΛΑΡΙΣ'', 
         συνάντησα στη ραφιναρία
         που πήγα για μισθοδοσία,
         απαγορεύονταν στα πλοία,
         και βλέποντάς μες τη σακούλα,
         που του την άνοιξα,
                            [κρυφά, στη ζούλα,
          λέει "σαν νάκανες ληστεία,
          και κουβαλάς εσύ τη λεία,
         καθώς δολάρια ήταν γεμάτη...

         Του γύρισε θάλεγα το μάτι,
         και κατα-ζήλεψε ο φουκαράς
         που είδε κι έτρεχε ο παράς.

          "...μην τα κοιτάς...
                                   [του είπα, αυτά,
          είμαι ως το λαιμό,
                              [μέσα στη λαμογιά,
          στα κοντραμπάντα,
                                 [και στα σκ@@ά,
          δεν θάθελες να είσαι....
                                   [σαν και μένα...

         Δεν πίστεψε ούτε ένα
         από αυτά που είπα,
         καί 'φυγε για την 'τρύπα'...
         (του Λίμπερτυ*  η καμπίνα).              *πλοία από το Β' Π. πόλεμο του 40 

        Τα μάτια του θυμάμαι εκείνα,

        στου πυρετού την απληστία,
        να με κοιτάν με δυσπιστία.

           "Άστα αυτά,  μου λέει,  μαφία..."
          πριν φύγει χολιασμένος.


 Ένιωθα σκοτισμένος
                 και αποκαμωμένος..
σαν βγήκα λίγο 'πα στο ντόκο.*                       *προβλήτα

Από τη κούραση... με κόπο
και μόνα τους τα βήματα
με πήγανε σε κτίσματα,
αποθηκο-παραπήγματα,
και χάζευα εξεταστικά
μια πόρτα, σ' ένα απ' αυτά.


Επάνω στην προβλήτα... σπίτι ?
που βρέθηκε είπα ?  βρε τί τύχη !!

Μια ζωγραφιά το σπίτι αυτό
μου φάνηκε, και στον καιρό
πούμουν μικρός με πήγε πίσω...

Όρκο 'κει πήρα  σαν γυρίσω,
να πάω να τ' αναζητήσω,
στη γειτονιά μου την παλιά... 
που 
στα μαρμάρινα σκαλιά 
καθόμουνα με τη "μαμά"
και για να φάω το φαΐ μου,
ώρες καθότανε μαζί μου.....
         _____________


Τον όρκο μου τον κράτησα
όταν Ελλάδα ξαναπάτησα.

Ήταν το δυό χιλιάδες έξη,
μόλις δυό μήνες πριν να πέσει
από  μπουλντόζες το καημένο,
να γίνει αυτό κλουβί μοντέρνο,
μέσα στον αιώνα "ινφέρνο"*,           *κόλαση
τον εικοστό τον πρώτο..

Κατεδαφίστηκε με κρότο,
και σκέπασε η λυπημένη ηχώ, 
όλο τον κόσμο τον παλιό...               
____________________________________________________

Από το βιβλίο "Σπασμένος κάβος". βιωματικό έμμετρο έργο 
του Οδυσσέα Ηβιλάγια No 12/ e-mail: pmataragas@yahoo.com / 
Επιμέλεια - προσαρμογή κειμένων Cathy Rapakoulia Mataraga







  σπασμένος κάβος  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου